Οικονομία

Σκιαγραφώντας την αστεγία στην Ελλάδα: Τι αποκαλύπτουν και τι κρύβουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ


Στα 809 άτομα ανέρχεται ο επίσημος αριθμός των καταγεγραμμένων αστέγων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για τον Ιανουάριο του 2026. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί στο 0,01% του πληθυσμού της χώρας, ωστόσο η πραγματική εικόνα του στεγαστικού αποκλεισμού παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη.

Η συγκεκριμένη μέτρηση λειτουργεί περισσότερο ως δείκτης χρήσης των δημόσιων υποδομών παρά ως πλήρης απογραφή. Από το σύνολο των καταγεγραμμένων, οι 529 άνθρωποι διέμεναν σε υπνωτήρια και καταλύματα έκτακτης ανάγκης, ενώ οι υπόλοιποι 280 φιλοξενούνταν σε εξειδικευμένους ξενώνες.

Ποιοι μένουν εκτός των επίσημων στατιστικών

Η μεθοδολογία της μέτρησης αφήνει σημαντικές κατηγορίες πληθυσμού εκτός της βασικής εκτίμησης. Στα στοιχεία δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι διανυκτερεύουν σε δημόσιους χώρους, πάρκα, εισόδους κτιρίων ή δρόμους.

Παράλληλα, εκτός καταγραφής μένουν:

  • Άτομα που διαμένουν σε αυτοκίνητα, σκηνές ή ακατάλληλα καταλύματα

  • Όσοι βρίσκονται σε προσωρινή φιλοξενία σε σπίτια συγγενών ή φίλων λόγω οικονομικής αδυναμίας (η λεγόμενη «κρυφή αστεγία»)

  • Αιτούντες άσυλο, πρόσφυγες και θύματα ενδοοικογενειακής βίας που διαμένουν σε ειδικές δομές προσωρινής υποδοχής

Τα δημογραφικά στοιχεία των καταγεγραμμένων

Η ακτινογραφία των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τις δομές δείχνει σαφή υπεροχή των ανδρών και αυξημένα ποσοστά ηλικιωμένων.

Από τους 809 καταγεγραμμένους, οι 597 ήταν άνδρες (ποσοστό 73,8%) και οι 212 γυναίκες (ποσοστό 26,2%). Παράλληλα, 251 άτομα ήταν ηλικίας 67 ετών και άνω, αποτελώντας το 31% του συνόλου, ενώ η συντριπτική πλειονότητα (807 άτομα ή 99,7%) αφορούσε μεμονωμένους ενήλικες.

Στα διαθέσιμα στοιχεία καταγράφηκε μόλις μία οικογένεια με παιδιά και ένας ανήλικος σε ξενώνα. Παράλληλα, δεν υπάρχουν εξειδικευμένα δεδομένα για νέους 15 έως 29 ετών, γεγονός που εμποδίζει την αξιολόγηση της νεανικής αστεγίας.

Γιατί η μείωση από το 2022 δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα

Στην καταγραφή του 2022 είχαν αποτυπωθεί 1.387 άστεγοι (440 σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης και 947 σε ξενώνες). Αν και η σύγκριση με το 2026 δείχνει υποχώρηση των αριθμών κατά 42%, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι τα δεδομένα των δύο ετών δεν είναι συγκρίσιμα.

Η διαφορά αυτή αποδίδεται σε μεταβολές στη μεθοδολογία συλλογής, στις διαθέσιμες θέσεις των δομών ή στον τρόπο εγγραφής των ωφελουμένων. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού παρέμεινε στο 0,01% και στις δύο μετρήσεις λόγω στρογγυλοποίησης.

Η απόσταση ανάμεσα στον νόμο και τη στατιστική

Ο ελληνικός νόμος 4052/2012 ορίζει την αστεγία με ευρύ τρόπο, αναγνωρίζοντας ως αστέγους όσους δεν έχουν πρόσβαση σε κατάλληλη κατοικία με βασικές παροχές (νερό, ρεύμα) ή ζουν σε ακατάλληλες συνθήκες. Ωστόσο, η κρατική στατιστική περιορίζεται στην καταγραφή των χρηστών των εγγεγραμμένων δομών.

Βάσει του Προεδρικού Διατάγματος 77/2023, τα υπνωτήρια και οι ξενώνες υποχρεούνται να τροφοδοτούν το ψηφιακό μητρώο δομών αστέγων. Παράλληλα, στοιχεία συγκεντρώνονται και από τους δικαιούχους του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Παρ' όλα αυτά, τα συστήματα αυτά παρακολουθούν μόνο όσους έρχονται σε επαφή με τις δημόσιες υπηρεσίες και πληρούν τα εκάστοτε κριτήρια.

Οι πιλοτικές πρωτοβουλίες και η ανάγκη για εθνική στρατηγική

Τον Οκτώβριο του 2025, ο Δήμος Αθηναίων σε συνεργασία με το Πάντειο Πανεπιστήμιο πραγματοποίησαν πιλοτική καταγραφή που συνδύασε την επιτόπια έρευνα στο πεδίο με στοιχεία δομών. Αντίστοιχη προσπάθεια είχε γίνει το 2018 σε επτά δήμους της χώρας.

Ωστόσο, η έλλειψη νομοθετικής υποχρέωσης για περιοδικές εθνικές καταγραφές και η απουσία περιφερειακών στρατηγικών δυσκολεύουν τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής. Χωρίς έναν συνδυαστικό μηχανισμό μέτρησης που να περιλαμβάνει την έρευνα πεδίου και την κρυφή αστεγία, ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού παραμένει εκτός του σχεδιασμού της κοινωνικής προστασίας.

Διαβαστε επισης