Σε τροχιά σημαντικής υποχώρησης εισήλθε η αμερικανική αγορά κατοικίας τον Μάρτιο, με τις πωλήσεις υφιστάμενων ακινήτων να διολισθαίνουν στο ναδίρ των τελευταίων εννέα μηνών.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Ένωσης Μεσιτών (NAR), οι συναλλαγές κατέγραψαν πτώση 3,6%, διαμορφώνοντας τον ετησιοποιημένο ρυθμό στα 3,98 εκατομμύρια μονάδες, μέγεθος που υπολείπεται αισθητά των προσδοκιών της αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην εκτίναξη των επιτοκίων στα στεγαστικά δάνεια, η οποία, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις, πλήττει καίρια την αγοραστική δύναμη των πολιτών σε μια παραδοσιακά υψηλή περίοδο για το real estate.
Η αρνητική αυτή συγκυρία ανάγκασε την ένωση μεσιτών να προχωρήσει σε δραστική αναθεώρηση των προβλέψεων για το σύνολο του 2026. Ενώ αρχικά αναμενόταν μια δυναμική ανάκαμψη της τάξης του 14%, οι νέες εκτιμήσεις περιορίζουν την ετήσια άνοδο των πωλήσεων μόλις στο 4%.
Παρά την κάμψη της ζήτησης, οι τιμές παραμένουν σε ανοδική πορεία, με τη διάμεση τιμή πώλησης να ενισχύεται κατά 1,4% και να αγγίζει τα 408.800 δολάρια. Παράλληλα, αν και τα διαθέσιμα αποθέματα ακινήτων παρουσίασαν μια ελαφρά βελτίωση φτάνοντας σε υψηλό τετραμήνου, εξακολουθούν να κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, διατηρώντας τις πιέσεις στην προσφορά.
Η κάμψη της δραστηριότητας έλαβε πανεθνικές διαστάσεις, επηρεάζοντας το σύνολο της αμερικανικής επικράτειας. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στις βορειοανατολικές πολιτείες, όπου ο όγκος των συναλλαγών κατέρρευσε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 1999.
Αντίστοιχα, στις μεσοδυτικές πολιτείες οι πωλήσεις υποχώρησαν στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2011, επιβεβαιώνοντας ότι το υψηλό κόστος δανεισμού και η έλλειψη προσιτών επιλογών έχουν «παγώσει» την κινητικότητα σε ιστορικά σημαντικές περιφέρειες της χώρας.