Συνάντηση με την εκτελεστική αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Κοινωνικά Δικαιώματα και τις Δεξιότητες, τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας και την Ετοιμότητα, Ροξάνα Μινζάτου, είχε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψής της στην Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης συζητήθηκαν ζητήματα απασχόλησης, κατάρτισης και κοινωνικής συνοχής, με κοινή διαπίστωση ότι απαιτείται ενίσχυση των δεξιοτήτων και μεγαλύτερες επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό, προκειμένου η Ευρώπη να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.
Μετά τη συνάντηση, ο κ. Πιερρακάκης δήλωσε ότι οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής οικονομικής ατζέντας, όπως οι δεξιότητες, η ποιότητα της απασχόλησης, η κοινωνική συνοχή και η ανθεκτικότητα των οικονομιών απέναντι στις μεγάλες μεταβάσεις της εποχής.
Όπως σημείωσε, σε μια περίοδο ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, η ανταγωνιστικότητα της ευρωζώνης δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στο κεφάλαιο, την τεχνολογία ή τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά απαιτεί και ισχυρές επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η ενίσχυση των δεξιοτήτων, η καλύτερη σύνδεση της κατάρτισης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και η προώθηση ποιοτικών θέσεων εργασίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη και μακροχρόνια ανθεκτικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών.
Από την πλευρά της, η κ. Μινζάτου εξέφρασε την ικανοποίησή της για την ανταλλαγή απόψεων με τον Έλληνα υπουργό σχετικά με κρίσιμες προτεραιότητες για το μέλλον της Ευρώπης, από τις δεξιότητες και την ποιότητα των θέσεων εργασίας έως την κοινωνική συνοχή και την οικονομική ανθεκτικότητα.
Παράλληλα, συζητήθηκε και το μελλοντικό Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και ο σημαντικός ρόλος που αναμένεται να διαδραματίσει ο κοινωνικός τομέας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό των επόμενων ετών.
Η κ. Μινζάτου υπογράμμισε ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα των κρατών να εξοπλίζουν τους εργαζομένους με τις κατάλληλες δεξιότητες και να ενισχύουν τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ώστε να μπορούν να προβλέπουν και να αντιμετωπίζουν τις επερχόμενες τεχνολογικές και δημογραφικές αλλαγές.