Οι αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες ωθούν υψηλότερα τις διεθνείς τιμές των τροφίμων. Οι ανοδικές πιέσεις φαίνεται ότι θα διατηρηθούν και το 2027, εντείνοντας τη λαϊκή δυσαρέσκεια και τον κίνδυνο κοινωνικών αναταραχών
Οπως επισημαίνει σε ανάλυση του το Reuters, το αυξημένο κόστος καυσίμων, λιπασμάτων και μεταφορών επιβαρύνει την αγροτική παραγωγή, ενώ οι διαταραχές στις εμπορικές ροές και οι περιορισμοί στις εξαγωγές ενισχύουν τον κίνδυνο νέου πληθωριστικού κύματος.
Ο παγκόσμιος πληθωρισμός τροφίμων αναμένεται να επιταχυνθεί τους επόμενους μήνες και να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα και το 2027. Βασικές αιτίες: Οι πολεμικές συγκρούσεις, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές, το αυξημένο κόστος των λιπασμάτων και οι επιπτώσεις του φαινομένου El Niño, που περιορίζουν την προσφορά και ανεβάζουν το κόστος παραγωγής.
Ο δείκτης τιμών τροφίμων του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 136 μονάδες τον Σεπτέμβριο, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2022, εντείνοντας τις ανησυχίες για νέες ανατιμήσεις σε βασικά είδη διατροφής.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων. Μεταφέρονται ήδη στα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στις οικονομίες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου τα τρόφιμα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο των οικογενειακών δαπανών. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν ταχύτερα από τον πληθωρισμό στις 33 από τις 150 χώρες που εξετάστηκαν, έναντι 21 χωρών το προηγούμενο τρίμηνο.
Πόλεμοι, μεταφορές και λιπάσματα πυροδοτούν τις ανατιμήσεις
Καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση της κατάστασης διαδραματίζουν οι διαταραχές στις εξαγωγές σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα, μετά τις επιθέσεις σε υποδομές διακίνησης αγροτικών προϊόντων. Η αναστάτωση στις μεταφορές αναγκάζει μεγάλους εισαγωγείς, όπως η Αίγυπτος και η Ινδονησία, να αναζητούν εναλλακτικές πηγές προμήθειας, ενώ η ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα οδηγεί πλοία σε μακρύτερες και ακριβότερες διαδρομές γύρω από την Αφρική.
Παράλληλα, ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν έχει αυξήσει το κόστος των καυσίμων και έχει διαταράξει τις εξαγωγές λιπασμάτων μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει τους αγρότες σε μια περίοδο κατά την οποία οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες περιορίζουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών σε σημαντικές παραγωγικές περιοχές της Ασίας.
Οι διεθνείς τιμές του σιταριού έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 30% μέσα στο 2026, ενώ οι τιμές του ρυζιού σε βασικές ασιατικές εξαγωγικές χώρες έχουν ενισχυθεί κατά 10% έως 13%, παρά τα σημαντικά αποθέματα. Οι τιμές των λιπασμάτων έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγράψει νωρίτερα στη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, ωστόσο παραμένουν αυξημένες.
Το κόστος των μεταφορών προσθέτει ακόμη ένα βάρος στην αλυσίδα εφοδιασμού. Οι ναύλοι έχουν αυξηθεί κατά περίπου 50% σε ορισμένες βασικές διεθνείς διαδρομές, όπως αυτή που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Νοτιοανατολική Ασία, καθώς οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου και τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου επιβαρύνουν τη διακίνηση των εμπορευμάτων.
Ανατιμήσεις σε ρύζι, ψωμί, ζάχαρη και μαγειρικά έλαια
Οι επιπτώσεις γίνονται ήδη αισθητές σε βασικά προϊόντα διατροφής. Στην Ινδονησία, οι τιμές του ρυζιού έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά, καθώς οι προβλέψεις για καθυστερημένες βροχοπτώσεις εντείνουν τις ανησυχίες για την παραγωγή. Στην Αίγυπτο, η τιμή του μη επιδοτούμενου ψωμιού έχει αυξηθεί περίπου κατά 25%, ενώ στην Ινδία οι τιμές της ζάχαρης έχουν φτάσει σε ιστορικό ρεκόρ, καθώς οι ασθενέστεροι μουσώνες των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει την παραγωγή.
Στην Αίγυπτο, η τιμή ενός μεγάλου καρβελιού μη επιδοτούμενου ψωμιού έχει αυξηθεί στις 5 αιγυπτιακές λίρες, από 4 λίρες τον Ιούλιο. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το μαγειρικό λάδι έχει ακριβύνει κατά περίπου 40%, ενώ στην Ινδονησία οι τιμές των φυτικών ελαίων έχουν αυξηθεί κατά 7% από την αρχή του έτους, παρά το γεγονός ότι η χώρα αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό φοινικέλαιου παγκοσμίως.
Στην Ινδία, οι τιμές της ζάχαρης, των κρεμμυδιών και των οσπρίων αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 10% τον Σεπτέμβριο σε σύγκριση με τον Αύγουστο, λόγω της μειωμένης παραγωγής. Οι αυξήσεις αυτές επιβαρύνουν τόσο τους καταναλωτές όσο και τις επιχειρήσεις επεξεργασίας τροφίμων, οι οποίες αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα υψηλότερες τιμές πρώτων υλών, ενέργειας, ηλεκτρικού ρεύματος και μεταφορών.
Η επιδείνωση αποτυπώνεται και στις καθημερινές δαπάνες των νοικοκυριών. Στην Τζακάρτα της Ινδονησίας, εργαζόμενοι με χαμηλά εισοδήματα αναγκάζονται να περιορίζουν ακόμη και τα γεύματά τους, καθώς το κόστος βασικών τροφίμων αυξάνεται με ρυθμό ταχύτερο από τις δυνατότητες των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Το El Niño απειλεί τις σοδειές και την παγκόσμια προσφορά
Πρόσθετη αβεβαιότητα δημιουργεί το φαινόμενο El Niño, το οποίο συνδέεται με μεταβολές στις βροχοπτώσεις, παρατεταμένες ξηρασίες και ακραίες θερμοκρασίες σε σημαντικές αγροτικές περιοχές. Οι επιπτώσεις του μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή σιτηρών, ζαχαροκάλαμου και ελαιούχων σπόρων στη Νοτιοανατολική Ασία, την Αυστραλία, τη νότια Αφρική και τμήματα της Νότιας Ασίας.
Η σύμπτωση των καιρικών κινδύνων με τις γεωπολιτικές αναταράξεις αυξάνει την πιθανότητα να πληγούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία βασικές παραγωγικές ζώνες. Σε μια τέτοια περίπτωση, η διεθνής αγορά θα έχει περιορισμένες δυνατότητες να αντισταθμίσει τις απώλειες παραγωγής μέσω εναλλακτικών προμηθευτών.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Μάξιμο Τορέρο, εκτιμά ότι οι επιπτώσεις θα γίνουν εντονότερες προς το τέλος του 2026, στις αρχές του 2027 και ενδεχομένως σε όλη τη διάρκεια του επόμενου έτους. Παράλληλα, η υποχώρηση των αποθεμάτων που είχαν δημιουργηθεί από τις καλές σοδειές προηγούμενων περιόδων περιορίζει το περιθώριο απορρόφησης νέων διαταραχών.
Νέο κύμα ζήτησης από τους εισαγωγείς
Ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει τις ανατιμήσεις είναι η επιστροφή μεγάλων εισαγωγικών χωρών στη διεθνή αγορά. Κράτη της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, τα οποία είχαν περιορίσει τις αγορές τους μετά από ευνοϊκές εγχώριες σοδειές, ενδέχεται να χρειαστεί να αυξήσουν εκ νέου τις εισαγωγές τους, δημιουργώντας πρόσθετη ζήτηση για σιτηρά και άλλα βασικά προϊόντα.
Ο Αλεξάντερ Καραβάιτσεφ, ανώτερος οικονομολόγος του Διεθνούς Συμβουλίου Σιτηρών στο Λονδίνο, προειδοποιεί ότι μέσα στους επόμενους μήνες μπορεί να εμφανιστεί ένα σημαντικό νέο κύμα ζήτησης, καθώς οι εισαγωγείς θα επιστρέψουν στις διεθνείς αγορές. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις τιμές, ειδικά εάν η προσφορά παραμείνει περιορισμένη.
Παράλληλα, οι εταιρείες τροφίμων ανανεώνουν συμβόλαια προμήθειας πρώτων υλών διάρκειας τριών έως έξι μηνών σε υψηλότερες τιμές. Σε χώρες με ασθενέστερα νομίσματα, η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς το κόστος των εισαγωγών αυξάνεται επιπλέον όταν μετατρέπεται σε τοπικό νόμισμα.
Κίνδυνος κοινωνικών αναταραχών και νέων περιορισμών στις εξαγωγές
Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών των τροφίμων αυξάνει τον κίνδυνο κοινωνικών αντιδράσεων, ιδίως σε χώρες όπου τα εισοδήματα είναι χαμηλά και η εξάρτηση από τις εισαγωγές μεγάλη. Ταυτόχρονα, ενισχύεται η πιθανότητα οι κυβερνήσεις μεγάλων εξαγωγικών χωρών να επιβάλουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις στις εξαγωγές, προκειμένου να προστατεύσουν τις εγχώριες αγορές.
Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στους καταναλωτές των χωρών που επιβάλλουν τα μέτρα, αλλά περιορίζει τη διαθέσιμη προσφορά στις διεθνείς αγορές και εντείνει τις πιέσεις στις τιμές για τους εισαγωγείς.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι σημερινές ανατιμήσεις δεν οφείλονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά στη σύμπτωση πολεμικών συγκρούσεων, υψηλού ενεργειακού κόστους, ακριβότερων λιπασμάτων, ακραίων καιρικών φαινομένων και αυξημένων μεταφορικών δαπανών. Εφόσον οι διαταραχές συνεχιστούν και τα αποθέματα περιοριστούν περαιτέρω, οι διεθνείς τιμές των τροφίμων θα παραμείνουν εκτεθειμένες σε νέες ανοδικές πιέσεις και το 2027.