Σημαντικές ασυμμετρίες στο εγχώριο συνταξιοδοτικό σύστημα φέρνει στο φως η νέα έκθεση «OECD Pensions Outlook 2026» του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Η ακτινογραφία του ΟΟΣΑ αποτυπώνει ένα μοντέλο που στηρίζεται κατά βάση στην υποχρεωτική ασφάλιση, αφήνοντας σε πολύ χαμηλά επίπεδα την προαιρετική ιδιωτική αποταμίευση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού, η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία κατέγραψαν από τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης στα περιουσιακά στοιχεία των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών σχημάτων τόσο κατά το 2025 όσο και σε βάθος χρόνου. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι οι σχετικοί μηχανισμοί θεσμοθετήθηκαν πρόσφατα στη χώρα μας, ξεκινώντας από πολύ χαμηλή βάση.
Παρά τη δυναμική αυτή άνοδο, ο συνολικός όγκος των κεφαλαίων που διαχειρίζονται οι αρμόδιοι φορείς παραμένει περιορισμένος σε σχέση με το μέγεθος της εγχώριας οικονομίας, καθώς διαμορφώνεται σε ποσοστό κάτω του 20% του ΑΕΠ στα τέλη του 2025.
Υστέρηση στη συμμετοχή στα προαιρετικά προγράμματα
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική στο πεδίο της προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά προς την κύρια ασφάλιση. Η Ελλάδα τοποθετείται στην ίδια ομάδα με την Κόστα Ρίκα, το Λουξεμβούργο και το Μεξικό, όπου λιγότερο από το 10% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας επιλέγει τέτοιου είδος προγράμματα.
Η κατάσταση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με προηγμένες αγορές του ΟΟΣΑ (όπως το Βέλγιο, η Τσεχία, η Γερμανία, η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Ιαπωνία και η Πολωνία), στις οποίες η συμμετοχή των εργαζομένων κυμαίνεται μεταξύ 50% και 60%. Όπως επισημαίνει ο Οργανισμός, τα χαμηλά ποσοστά συνδέονται άμεσα με τα οικονομικά εμπόδια και την πίεση στα εισοδήματα, ιδιαίτερα των χαμηλόμισθων.
Πίεση από τις υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές
Κεντρικό ευρήμα της μελέτης αποτελεί το ύψος των υποχρεωτικών κρατήσεων. Για το 2024, ο μέσος πραγματικός συντελεστής εισφορών στον ιδιωτικό τομέα στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στο 18,8% για αμειβόμενους με μέσες αποδοχές.
Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 25%, ευθυγραμμιζόμενο με τα επίπεδα χωρών όπως η Τσεχία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτές οι υψηλές υποχρεωτικές επιβαρύνσεις εξαντλούν τα διαθέσιμα περιθώρια των εργαζομένων, εμποδίζοντάς τους να διοχετεύσουν επιπλέον πόρους σε προαιρετική αποταμίευση.
Υψηλά θεωρητικά ποσοστά αναπλήρωσης και η πραγματικότητα
Όσον αφορά την επάρκεια των μελλοντικών συντάξεων, το ελληνικό σύστημα εμφανίζει υψηλές επιδόσεις στα θεωρητικά μοντέλα. Με πλήρη εργασιακό βίο, η υποχρεωτική ασφάλιση προβλέπεται να καλύπτει τουλάχιστον το 70% του εισοδήματος για τους άνδρες μισθωτούς με μέσο μισθό.
Έτσι, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των εννέα χωρών του ΟΟΣΑ όπου δεν διαπιστώνεται ανάγκη πρόσθετων προαιρετικών καταβολών για την επίτευξη του στόχου αναπλήρωσης, με το σχετικό κενό αποταμίευσης να θεωρείται μηδενικό για τους άνδρες μισθωτούς ανεξαρτήτως εισοδήματος.
Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ σπεύδει να διευκρινίσει ότι οι υπολογισμοί αυτοί στηρίζονται σε υποθετικά σενάρια πλήρους και αδιάλλειπτης σταδιοδρομίας (από την ηλικία των 22 ετών έως τη συνταξιοδότηση). Κατά συνέπεια, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν όσοι καταγράφουν διαστήματα ανεργίας, διακοπές απασχόλησης ή ελλιπή ασφαλιστικά χρόνια.
Διευρυμένο κενό για τους αυτοαπασχολούμενους
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι στην Ελλάδα καταβάλλουν χαμηλότερες εισφορές —είτε λόγω ευνοϊκότερων συντελεστών είτε μέσω της επιλογής σταθερών ασφαλιστικών κατηγορίων.
Η πρακτική αυτή οδηγεί στη συσσώρευση χαμηλότερων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα το κενό πρόσθετης αποταμίευσης που καλούνται να καλύψουν να εμφανίζεται αισθητά μεγαλύτερο σε σύγκριση με εκείνο των μισθωτών.