Σε δεινή θέση βρίσκεται ο γεωργικός τομέας στην Ελλάδα, που δεν έχει καταφέρει να «σηκώσει κεφάλι» από το δεύτερο τρίμηνο του 2022, δηλαδή αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία ανέβασε στα ύψη τα κόστη βασικών εισροών για την αγροτική παραγωγή, όπως το ρεύμα, τα καύσιμα, οι ζωοτροφές και τα λιπάσματα.
Όπως φαίνεται σε γράφημα που επεξεργάσθηκε η Τράπεζα της Ελλάδος και το οποίο απεικονίζει την εξέλιξη της πραγματικής προστιθέμενης αξίας των επιμέρους τομέων της ελληνικής οικονομίας (με μπλε γραμμή απεικονίζεται ο γεωργικός τομέας), το δεύτερο τρίμηνο του 2022 η προστιθέμενη αξία της γεωργίας «εκτινάχθηκε» στο 110, δηλαδή περίπου 10% πάνω από το πρώτο τρίμηνο του 2011, που αποτελεί το σημείο αναφοράς.
Από αυτό το χρονικό σημείο, όμως, φαίνεται ότι αρχίζει η κατάρρευση, καθώς η γεωργία αρχίζει να σαρώνεται από τις αυξήσεις στα κόστη παραγωγής, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Το χαμηλότερο σημείο αυτής της πτώσης έρχεται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2023, όταν η προστιθέμενη αξία υποχωρεί περισσότερο από 10% χαμηλότερα από το σημείο αναφοράς του πρώτου τριμήνου 2011.
Έκτοτε, σημειώνεται μια σταδιακή βελτίωση, όμως η προστιθέμενη αξία της γεωργίας παραμένει κάτω από το επίπεδο του 2011, μέχρι και το β' τρίμηνο του 2025. Αυτή η παρατεταμένη πίεση στον γεωργικό τομέα αναμφίβολα εξηγεί και τη μεγάλη ένταση των τελευταίων αγροτικών κινητοποιήσεων.
Πραγματική προστιθέμενη αξία κατά τομέα οικονομικής δραστηριότητας
Βαθιά κρίση
Την ανησυχητική εικόνα για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα συνθέτουν και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που φθάνουν έως και το 2024. Πίσω από τις ονομαστικές τιμές, που συντηρούνται σε υψηλά επίπεδα λόγω πληθωρισμού, κρύβεται μια βαθιά ύφεση σε όρους πραγματικής παραγωγής, με τους αγρότες να βλέπουν το εισόδημά τους να συμπιέζεται από την αύξηση του κόστους και τη μείωση των επιδοτήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, το Καθαρό Επιχειρηματικό Εισόδημα στον γεωργικό κλάδο παρουσίασε οριακή μείωση της τάξης του 0,58%, διαμορφούμενο στα 6,489 δισ. ευρώ, έναντι 6,527 δισ. το 2023.
Ωστόσο, αυτή η φαινομενική σταθερότητα είναι παραπλανητική. Η Ακαθάριστη Αξία Παραγωγής αυξήθηκε ονομαστικά κατά 3,62%, όμως αυτή η αύξηση είναι καθαρά πληθωριστική. Αν κοιτάξει κανείς τους δείκτες όγκου (σε σταθερές τιμές), η εικόνα αντιστρέφεται πλήρως: η Ακαθάριστη Αξία Παραγωγής μειώθηκε κατά 1,14% σε πραγματικούς όρους.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης αφορά την «καρδιά» της αγροτικής οικονομίας: την Προστιθέμενη Αξία. Ενώ σε τρέχουσες τιμές η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία δείχνει αύξηση 6,13% , σε σταθερές τιμές (πραγματικός όγκος) κατέγραψε βουτιά 7,13% το 2024, μετά από μια ακόμη μεγαλύτερη πτώση 15,84% το 2023. Αυτό σημαίνει ότι ο ελληνικός αγροτικός τομέας παράγει λιγότερο πλούτο, παρόλο που τα προϊόντα πωλούνται ακριβότερα στο ράφι.
Η «μέγγενη» του κόστους και των επιδοτήσεων
Οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διπλό χτύπημα που ροκανίζει τη βιωσιμότητά τους:
Εκτίναξη Κόστους Παραγωγής: Η ενδιάμεση ανάλωση (κόστος για λιπάσματα, ενέργεια, ζωοτροφές κ.λπ.) αυξήθηκε κατά 1,31% σε αξία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι αγρότες αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν 4,38% περισσότερες εισροές σε όγκο για να παράξουν τελικά λιγότερο προϊόν, γεγονός που υποδηλώνει μείωση της παραγωγικότητας.
Μείωση Επιδοτήσεων: Ένα ισχυρό πλήγμα στο εισόδημα αποτέλεσε η δραστική περικοπή των «Λοιπών Επιδοτήσεων Παραγωγής» κατά 11,49% το 2024, πέφτοντας στα 2,358 δισ. ευρώ.
Επιπρόσθετα, το κόστος της εξαρτημένης εργασίας (εργάτες γης) συνεχίζει την ανοδική του πορεία. Το 2024 αυξήθηκε κατά 7,95%, φτάνοντας τα 996 εκατ. ευρώ. Αυτή η αύξηση, σε συνδυασμό με τη μείωση της παραγωγής, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις.