Με την καταβολή φόρου 10% νομιμοποιούνται τα κέρδη από κρυπτονομίσματα που αποκόμισαν ή θα αποκομίσουν τα φυσικά πρόσωπα μέχρι να τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις του νέου φορολογικού νομοσχεδίου, που ρυθμίζει την αγορά των crypto.
Παράλληλα αποσαφηνίζει πότε τα κέρδη από τα κρυπτονομίσματα αποτελούν τεκμήριο και πότε, τα κέρδη αυτά βοηθούν τον κάτοχό τους να ξεφύγει από τα τεκμήρια.
Για πρώτη φορά με το νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή, αναγνωρίζονται από την εφορία τα κρυπτονομίσματα, τα οποία μέχρι τώρα είναι «αόρατα», γεγονός που προκαλεί απίστευτες καταστάσεις.
Πώς βαφτίζονται νόμιμα τα παλαιά κέρδη
Αναλυτικότερα, οι ρυθμίσεις που εισάγει το νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΟΟ καθιερώνεται η αυτοτελής φορολόγηση με συντελεστή 10% της υπεραξίας που αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων.
Η υπεραξία θα υπολογίζεται, ως η διαφορά μεταξύ της τιμής στην οποία αποκτήθηκε το κρυπτονόμισμα και της τιμής στην οποία μεταβιβάστηκε ή ρευστοποιήθηκε.
Ωστόσο προβλέπεται αφορολόγητο όριο, καθώς αν η υπεραξία που αποκτά ένα φυσικό πρόσωπο μέσα στο φορολογικό έτος δεν υπερβαίνει το ποσό των ποσό των 500 ευρώ, δεν θα επιβάλλεται φόρος υπεραξίας. Επίσης το νομοσχέδιο ορίζει πως:
- Αν ο προσδιορισμός της υπεραξίας καταλήγει σε αρνητικό ποσό, η εν λόγω ζημία, εφόσον υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώ ανά φορολογικό έτος, μεταφέρεται για τα επόμενα πέντε (5) έτη και συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά κέρδη από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων.
- Η τιμή κτήσης και η τιμή μεταβίβασης καθορίζονται από τα δικαιολογητικά έγγραφα συναλλαγών, τα οποία εκδίδει ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή οιοσδήποτε ενδιάμεσος διατηρεί στοιχεία για την απόκτηση και τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων ή από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο μπορεί να εξαχθεί απευθείας από το κατανεμημένο καθολικό.
- Ο φόρος 10% δεν επιβάλλεται μόνο στην ανταλλαγή κρυπτοστοιχείων έναντι χρηματικού ποσού (ρευστοποίηση), αλλά και στη διάθεση κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών και εν γένει κάθε πράξη διάθεσης κρυπτοστοιχείων από επαχθή αιτία, όπως και στην εισφορά κρυπτοστοιχείων για την κάλυψη ή αύξηση εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου.
- Σε περίπτωση διάθεσης κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών, η τιμή μεταβίβασης προσδιορίζεται με βάση την αξία των κρυπτοστοιχείων σε ευρώ κατά τον χρόνο της συναλλαγής, η οποία συνιστά την τιμή κτήσης των κρυπτοστοιχείων για τον αντισυμβαλλόμενο που διαθέτει τα αγαθά ή παρέχει τις υπηρεσίες.
- Όταν υπάρχουν διαδοχικές αποκτήσεις κρυπτοστοιχείων, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η μέση τιμή κτήσης που προκύπτει από τη συνολική αξία κτήσης των κρυπτοστοιχείων δια της συνολικής ποσότητας αυτών.
- Ακόμη προβλέπεται και η φορολόγηση των τόκων, ως «τόκων του εισοδήματος» από τον δανεισμό κρυπτονομισμάτων, από τη συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα και από τη δέσμευση κρυπτονομισμάτων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών.
- Για τον προσδιορισμό του φόρου κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, τα κρυπτοστοιχεία χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία κείμενη στην αλλοδαπή και η αξία τους θα προσδιορίζεται με βάση την αξία τους σε ευρώ κατά την προηγούμενη ημέρα από τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.
- Στην πώληση κρυπτοστοιχείων δεν θα επιβάλλεται Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής.
- Καθιερώνεται επίσης η δυνατότητα παροχής crypto από τις εταιρείες σε εργαζόμενους ή μετόχους ως παροχή σε είδος. Η αποτίμησή τους θα γίνεται με βάση την αξία τους σε ευρώ κατά τον χρόνο απόκτησης.
Πως θα αναγνωριστούν τα παλαιά κέρδη
Οι φορολογούμενοι που έχουν αποκτήσει στο παρελθόν ή θα αποκτήσουν μέχρι την ισχύ του νέου καθεστώτος, κέρδη από τις υπεραξίες κρυπτονομισμάτων, έχουν την ευχέρεια να τα νομιμοποιήσουν απέναντι στην εφορία με ένα αντίτιμο.
Συγκεκριμένα το νομοσχέδιο προβλέπει ότι ο κάτοχός τους υποβάλει «οικειοθελή δήλωση» της υπεραξίας από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω άρθρου και συγκεκριμένα από φυσικά πρόσωπα που προέβησαν σε μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων ή απέκτησαν εισόδημα από δραστηριότητες δανεισμού κρυπτοστοιχείων, από συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα, καθώς και από τη δέσμευση κρυπτοστοιχείων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών.
Η οικειοθελής δήλωση, θα πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του άρθρου, στη Φορολογική Διοίκηση για την υπεραξία που προέκυψε από τη μεταβίβαση των κρυπτοστοιχείων.
Η καταβολή του φόρου, που είναι 10%, γίνεται εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της δήλωσης και η υπεραξία προσδιορίζεται μεταξύ της διαφοράς κτήσης και πώλησης/ρευστοποίησης.
Η υποβολή της δήλωσης δεν συνεπάγεται την επιβολή προστίμων ή τόκων του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας για τη μη δήλωση της υπεραξίας κατά τον χρόνο πραγματοποίησής της, εφόσον ο φόρος καταβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας των 60 ημερών.
Διπλό το όφελος
Όσοι υποβάλουν οικειοθελή δήλωση των παλαιών κερδών, θα αποκτήσουν διπλό όφελος:
- Αφενός θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τα κέρδη για την κάλυψη των αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών και των δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Σήμερα δεν μπορούν, αφού η εφορία δεν τα αναγνωρίζει και όποιος τα επικαλεστεί κινδυνεύει να χαρακτηριστούν «προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη πηγή» και να φορολογηθεί με 33% και επιπλέον να τους καταλογιστεί και πρόστιμο 50% επί του φόρου. Για την κάλυψη των τεκμηρίων λαμβάνονται υπόψη μόνο τα κέρδη (εάν υπάρχουν) και όχι η αξία κτήσης των κρυπτοστοιχείων.
- Αφετέρου, δεν ζητείται πόθεν έσχες για τα κεφάλαια που δαπάνησαν για την απόκτηση των κρυπτοστοιχείων.
Όμως, στο εξής, από την ισχύ του νέου νόμου, τα ποσά που επενδύονται σε κρυπτονομίσματα, προστίθενται στον κατάλογο των δαπανών απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, που σημαίνει πως θα πρέπει να προκύπτουν από τα δηλωθέντα εισοδήματά του.