Οικονομία

Λαγκάρντ: Ανησυχούμε για τον πληθωρισμό, αντέχει η ανάπτυξη


Την έξαρση του πληθωρισμού, με τις επιδράσεις της νέας ενεργειακής κρίσης να διαχέονται στην ευρωπαϊκή οικονομία, επικαλέσθηκε η Κριστίν Λαγκάρντ για να εξηγήσει την πρώτη αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ από το 2023, κατά 0,25%, που ήταν και η πρώτη αύξηση από οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν.

Κατά τη διάρκεια της σημερινής συνέντευξης Τύπου, η πρόεδρος της ΕΚΤ παρουσίασε τις νέες, δυσμενέστερες μακροοικονομικές προβλέψεις, οι οποίες αποτυπώνουν την αναμενόμενη άνοδο του πληθωρισμού με ταυτόχρονη επιβράδυνση της ανάπτυξης.

Η ΕΚΤ αναθεώρησε σημαντικά προς τα πάνω τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό, αναγνωρίζοντας ότι οι αυξημένες τιμές στα καύσιμα και την ενέργεια περνούν πλέον στα τρόφιμα, τα αγαθά και τις υπηρεσίες. Δίνοντας το ακριβές στίγμα της απόφασης, η κ. Λαγκάρντ υπογράμμισε:

«Βλέπουμε τον πληθωρισμό ενέργειας να διαχέεται στην οικονομία, γι' αυτό και ήταν απαραίτητη η αύξηση επιτοκίων».

Οι νέες προβλέψεις για τον πληθωρισμό

Με βάση τα νέα δεδομένα, οι προβλέψεις της ΕΚΤ διαμορφώνονται ως εξής:

  • Για το 2026, ο πληθωρισμός αναμένεται πλέον στο 3% (από 2,6% που προβλεπόταν τον Μάρτιο). Για το 2027:Προβλέπεται στο 2,3% (από 2%). Η κ. Λαγκάρντ σημείωσε ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% τουλάχιστον μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Για το 2028, αναμένεται να υποχωρήσει στο 2% (από 2,1%), δηλαδή στον στόχο πολιτικής της ΕΚΤ.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη «σημαντική αύξηση» του πληθωρισμού στον τομέα των υπηρεσιών τον Μάιο (στο 3,5% από 3%), τονίζοντας ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναμένουν αυξήσεις στις τιμές πώλησης. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι προς το παρόν δεν παρατηρούνται δευτερογενείς πληθωριστικές επιπτώσεις (αυξήσεις των μισθών).

Πλήγμα στην ανάπτυξη, αλλά όχι μεγάλο

Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις του πολέμου, η αποδυνάμωση της εγχώριας ζήτησης και η κάμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης οδήγησαν την ΕΚΤ σε υποβάθμιση των προβλέψεων για την οικονομική μεγέθυνση της ευρωζώνης τα επόμενα δύο έτη.

Ειδικότερα, για το 2026, η ανάπτυξη υποβαθμίζεται στο 0,8% (από 0,9%), για το 2027 στο 1,2% (από 1,3%) και το 2028 προβλέπεται ανάκαμψη, με αύξηση πρόβλεψης στο 1,5% από 1,4%.

Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το αν η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί «λάθος πολιτικής» που θα μπορούσε να πλήξει ανεπανόρθωτα την οικονομία, η Κριστίν Λαγκάρντ ήταν ξεκάθαρη, τονίζοντας ότι η ΕΚΤ οφείλει να κάνει τη δουλειά της και να είναι προβλέψιμη.

Υπογράμμισε μάλιστα ότι οι προβλέψεις για την ανάπτυξη δεν έχουν ψαλιδιστεί σε δραματικό βαθμό: «Δεν είναι ότι βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη απουσιάζει ή βρίσκεται υπό σημαντική απειλή», τόνισε. Παράλληλα, επισήμανε ότι παράγοντες όπως η ανθεκτική αγορά εργασίας, τα ισχυρά ισοζύγια των νοικοκυριών και οι αμυντικές δαπάνες των κυβερνήσεων θα λειτουργήσουν σαν αναχώματα στην κρίση.

Ομόφωνη απόφαση και «σήμα» για νέες αυξήσεις

Η κ. Λαγκάρντ ξεκαθάρισε ότι η απόφαση για την αύξηση των επιτοκίων ήταν ομόφωνη και χωρίς επιφυλάξεις, καθώς, αν η ΕΚΤ δεν δρούσε άμεσα, ο πληθωρισμός στο τέλος της περιόδου θα βρισκόταν πολύ πάνω από τον στόχο. Χαρακτήρισε μάλιστα την απόφαση «εύρωστη» (robust) απέναντι σε όλα τα εναλλακτικά οικονομικά σενάρια που εξετάστηκαν.

Αν και η ΕΚΤ τόνισε ότι δεν δεσμεύεται εκ των προτέρων για την πορεία των επιτοκίων και θα ακολουθήσει μια προσέγγιση εξαρτώμενη από τα οικονομικά δεδομένα, οι αναλυτές και οι αγορές ερμήνευσαν τις δηλώσεις της ως σήμα για περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής εντός του έτους, με τις αγορές να τιμολογούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων.