Η κινεζική οικονομία εισέρχεται σε μια νέα, πιο σύνθετη φάση, καθώς οι τιμές παραγωγού επιστρέφουν σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά εδώ και πάνω από τρία χρόνια, την ώρα που το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια εύθραυστη ισορροπία, ανάμεσα στην έξοδο από τον αποπληθωρισμό και τον κίνδυνο μιας «κακής» πληθωριστικής δυναμικής που μπορεί να πλήξει τη βιομηχανία.
Ο δείκτης τιμών παραγωγού (PPI) στην Κίνα αυξήθηκε κατά 0,5% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, καταγράφοντας την πρώτη άνοδο από τον Σεπτέμβριο του 2022 και βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο παρατεταμένες περιόδους αποπληθωρισμού των τελευταίων δεκαετιών. Σε επίπεδο πρώτου τριμήνου, ωστόσο, ο δείκτης παραμένει σε αρνητικό έδαφος, με πτώση 0,6%.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης τιμών καταναλωτή (CPI) αυξήθηκε κατά 1% σε ετήσια βάση, χαμηλότερα από τις προβλέψεις των οικονομολόγων και επιβραδύνοντας σε σχέση με τον Φεβρουάριο. Ο δομικός πληθωρισμός, εξαιρουμένων τροφίμων και ενέργειας, διαμορφώθηκε στο 1,1%.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη βελτίωση στη βιομηχανική πλευρά, η εγχώρια ζήτηση παραμένει συγκρατημένη.
Το πετρέλαιο αλλάζει τις ισορροπίες
Καθοριστικός παράγοντας για την αλλαγή τάσης αποτελεί η εκτίναξη των τιμών ενέργειας. Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που εισήλθε στην έκτη εβδομάδα του, έχει οδηγήσει σε σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, ιδιαίτερα μετά τον ουσιαστικό περιορισμό της διέλευσης δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ.
Οι τιμές του Brent έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 33% από την έναρξη της σύγκρουσης, ενώ το αμερικανικό WTI καταγράφει άνοδο έως και 47%. Για την Κίνα, τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου παγκοσμίως, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος εισαγωγών και πληθωριστικές πιέσεις.
Παρά την ύπαρξη στρατηγικών αποθεμάτων και τη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν κατά 11,1% σε μηνιαία βάση τον Μάρτιο, ακόμη και με τις παρεμβάσεις του Πεκίνου για τον περιορισμό των αυξήσεων.
Ο κίνδυνος του «κακού» πληθωρισμού
Η άνοδος των τιμών δεν προέρχεται από ισχυρή ζήτηση, αλλά από αύξηση του κόστους παραγωγής, ένα φαινόμενο που οι οικονομολόγοι χαρακτηρίζουν "cost-push inflation" (πληθωρισμό με ώθηση από τα κόστη). Αυτό το είδος πληθωρισμού θεωρείται πιο επιζήμιο, καθώς συμπιέζει τα ήδη χαμηλά περιθώρια κέρδους των βιομηχανιών.
Ενδεικτικό είναι ότι ο δείκτης τιμών εισροών (PPIRM) αυξήθηκε ταχύτερα από τον PPI, υποδηλώνοντας ότι οι επιχειρήσεις απορροφούν μέρος των αυξήσεων κόστους, αντί να τις μετακυλίουν πλήρως στους καταναλωτές.
Παρά την πρόσφατη βελτίωση της κερδοφορίας, αποτέλεσμα των προσπαθειών του Πεκίνου να περιορίσει την υπερπαραγωγή και τους έντονους ανταγωνισμούς τιμών, οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες. Εάν οι τιμές του πετρελαίου ξεπεράσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι, η ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί σημαντικά.
Η κινεζική οικονομία φαίνεται να αφήνει πίσω της τον αποπληθωρισμό, αλλά το νέο περιβάλλον δεν είναι απαραίτητα πιο ευνοϊκό. Η μετάβαση σε μια φάση αυξημένων τιμών, που δεν συνοδεύεται από ισχυρή ζήτηση, δημιουργεί ένα σύνθετο μακροοικονομικό σκηνικό, στο οποίο η πολιτική ισορροπία μεταξύ στήριξης της ανάπτυξης και ελέγχου του πληθωρισμού θα αποδειχθεί κρίσιμη.