Οικονομία

ΚΕΦΙΜ: Το οικονομικό πρόβλημα στην Γαλλία είναι το μεγάλο κράτος


Το κύριο πρόβλημα της γαλλικής οικονομίας εντοπίζεται στο υπερβολικά μεγάλο μέγεθος του κρατικού μηχανισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γαλλικό κράτος καταγράφει ελλείμματα και δανείζεται εδώ και 52 συνεχόμενα χρόνια, από το 1974 μέχρι σήμερα, όπως αναφέρει ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ).

Ο Εμμανουέλ Μακρόν το 2017 παρέλαβε ένα κράτος που απορροφούσε το 57,7% του ΑΕΠ. Το 2025 διαχειρίζεται ουσιαστικά το ίδιο ποσοστό (57,2%), 7,4 μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις της πρώτης θητείας Μακρόν δεν συνοδεύτηκαν από περικοπές δαπανών, οπότε η φιλελεύθερη πολιτική που του αποδίδεται δεν εφαρμόστηκε ποτέ πλήρως για να διασφαλιστεί παράλληλα η δημοσιονομική βιωσιμότητα της χώρας.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αυξήθηκε από το 98,8% του ΑΕΠ το 2017 στο 115,6% το 2025 (+16,8 μονάδες), την ίδια στιγμή που στην ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση ήταν μόλις 0,3 μονάδες. Με έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ το 2025, πολύ πάνω από το όριο του 3%, το βάρος της αποπληρωμής θα πέσει στις νέες γενιές που διαδηλώνουν σήμερα.

Οι επιδόσεις της Γαλλίας στον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας επιβεβαιώνουν ότι η Γαλλία επί Μακρόν δεν εφάρμοσε πολιτικές οικονομικής ελευθερίας.

Ο τομέας του Δείκτη με τη χαμηλότερη επίδοση για τη Γαλλία είναι το μέγεθος του κράτους, όπου το 2024 καταλαμβάνει τη 153η θέση ανάμεσα σε 165 χώρες. Από το 2017, η κατάταξη της χώρας στους τρεις τομείς που ελέγχει η εθνική κυβέρνηση (το μέγεθος του κράτους, το νομικό σύστημα και η ρύθμιση των αγορών) επιδεινώθηκε, με το μέγεθος του κράτους να πέφτει από την 146η στην 153η θέση, το νομικό σύστημα από την 25η στην 27η θέση και το ρυθμιστικό περιβάλλον από την 40ή στην 51η θέση.

Οι βελτιώσεις εντοπίζονται στους δύο τομείς όπου η πολιτική ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δηλαδή στο υγιές νόμισμα και στο διεθνές εμπόριο.

Σχετικά με την εκπαίδευση, το πεδίο που απετέλεσε την αφορμή για τις πρόσφατες διαδηλώσεις στη Γαλλία, σήμερα το γαλλικό κράτος δαπανά το 5,1% του ΑΕΠ, περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ των 27 που βρίσκεται στο 4,7%. Τα προβλήματα στο εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας δεν οφείλονται στη συνολική χρηματοδότηση, αλλά στην εσωτερική κατανομή των πόρων, καθώς το ύψος των εκπαιδευτικών δαπανών είναι πλασματικό.

Συγκεκριμένα, το 32% των πιστώσεων του υπουργείου Παιδείας πηγαίνει σε συνταξιοδοτικές εισφορές, με αποτέλεσμα ένα τρίτο περίπου των κονδυλίων να μη φτάνει στις σχολικές αίθουσες, τις υποδομές και τους μισθούς των εν ενεργεία εκπαιδευτικών.

Το εκρηκτικό αυτό μείγμα οικονομικής δυσφορίας τροφοδοτεί άμεσα την άνοδο του λαϊκισμού, με τη Γαλλία να καταγράφει 43% υποστήριξης σε λαϊκιστικά και αυταρχικά κόμματα στον πρόσφατο Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού του Ινστιτούτου Timbro για το 2026.

Το οξύμωρο είναι ότι, ενώ το κεντρικό οικονομικό πρόβλημα της χώρας εντοπίζεται σε ένα ήδη υπερχρεωμένο κράτος, οι ακραίες δυνάμεις της Λεπέν και του Μελανσόν υπόσχονται ως λύση την περαιτέρω επέκταση του κράτους σε σημαντικούς τομείς όπως το ασφαλιστικό. Η λαϊκιστική ψήφος εγκλωβίζει έτσι τη Γαλλία σε έναν φαύλο κύκλο, όπου οι υποσχέσεις για νέες δαπάνες και παροχές απλώς θα διογκώσουν τα ελλείμματα που προκάλεσαν την ίδια την κρίση.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε:

«Η Γαλλία δείχνει με τον πιο καθαρό τρόπο πού οδηγεί η αναβολή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Ένα κράτος που απορροφά περισσότερο από το μισό του εθνικού εισοδήματος, δανείζεται για πάνω από μισό αιώνα και παρ' όλα αυτά δεν καταφέρνει να ικανοποιήσει τους πολίτες του, αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κράτος τους διαχειρίζεται.

Η μείωση των φόρων είναι απαραίτητη, δεν αρκεί όμως αν δεν συνοδεύεται από τον περιορισμό των μη αποτελεσματικών δαπανών και από ένα ασφαλιστικό σύστημα που μπορεί να χρηματοδοτείται χωρίς να μεταφέρει το βάρος στις επόμενες γενιές.

Το δίδαγμα για την Ελλάδα και για την Ευρώπη είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις που δεν γίνονται έγκαιρα με ανοιχτή συζήτηση γίνονται αργότερα υπό την πίεση των αγορών, με μικρότερα περιθώρια επιλογής και μεγαλύτερο κοινωνικό κόστος».

Διαβαστε επισης