Οικονομία

Κάτω και από το επίπεδο του 2007 οι επενδύσεις την Ελλάδα!


Εξακολουθούν να υστερούν οι επενδύσεις στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το επενδυτικό χάσμα να υπερβαίνει τις 4 εκατοστιαίες μονάδες, με βάση τα στοιχεία του έτους 2025, ενώ υστερούν κατά 8,7 μονάδες από το μακρινό έτος 2007!

Η υστέρηση εντοπίζεται κυρίως στις ιδιωτικές επενδύσεις – κατοικίες, λοιπές κατασκευές και πνευματική ιδιοκτησία συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού χάσματος.

Ωστόσο αγωνία επικρατεί για τη συνέχεια καθώς η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και το κλείσιμο της στρόφιγγας των κονδυλίων για δάνεια και επιχορηγήσεις, αναμένεται να φρενάρει ακόμη περισσότερο την επενδυτική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), παρά τη σταδιακή ανάκαμψη μετά το 2020, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ειδικότερα, το 2025 διαμορφώθηκαν στο 16,88% του ΑΕΠ, έναντι 21,32% στην ΕΕ-27, ενώ η ανάλυση αναδεικνύει ότι, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις βρίσκονται ουσιαστικά στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η χώρα υστερεί στις ιδιωτικές και ιδιαίτερα στις επιχειρηματικές επενδύσεις.

Το χάσμα επενδύσεων

Η μελέτη εξετάζει την εξέλιξη του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου στην Ελλάδα και την ΕΕ-27 την περίοδο 2000–2025, αξιοποιώντας στοιχεία της Eurostat και ο δείκτης αποτυπώνει τις επενδύσεις σε κτίρια, υποδομές, μηχανήματα, εξοπλισμό και άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως το λογισμικό και η έρευνα και ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΦΙΜ:

  1. Οι επενδύσεις ανακάμπτουν, αλλά η απόσταση από την ΕΕ παραμένει σημαντική. Από 10,97% του ΑΕΠ το 2019, οι επενδύσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν στο 16,88% το 2025. Παραμένουν δηλαδή περίπου 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και 8,7 μονάδες κάτω από το επίπεδο του 2007.
  2. Το επενδυτικό χάσμα εντοπίζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Το 2024 οι δημόσιες επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 3,71% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 3,68% στην ΕΕ-27. Αντίθετα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις βρίσκονταν στο 8,48%, έναντι 12,69%. Η υστέρηση των επιχειρηματικών επενδύσεων προϋπήρχε της κρίσης χρέους, γεγονός που αναδεικνύει τον διαρθρωτικό χαρακτήρα του προβλήματος.
  3. Κατοικίες και λοιπές κατασκευές παρουσιάζουν μεγάλη απόσταση από τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Το 2024 οι επενδύσεις σε κατοικίες ανήλθαν στο 2,56% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 5,09% στην ΕΕ-27. Στις λοιπές κατασκευές, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 3,98% και 5,57%.

Όπως σημειώνεται στη μελέτη, η υστέρηση στο άυλο κεφάλαιο αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την παραγωγικότητα. Το 2024 οι επενδύσεις σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας, στα οποία περιλαμβάνονται το λογισμικό, και η έρευνα και ανάπτυξη, διαμορφώθηκαν στο 2,80% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,14% στην ΕΕ-27.

Αντίθετα, θετική εξαίρεση αποτελεί ο εξοπλισμός πληροφορικής και επικοινωνιών. Οι σχετικές επενδύσεις στην Ελλάδα έφτασαν το 2024 στο 1,51% του ΑΕΠ, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που ήταν 0,70%.

Επίσης, η μελέτη αναδεικνύει ως βασικές προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής την ενίσχυση των ιδιωτικών, και κυρίως των επιχειρηματικών επενδύσεων, την ταχύτερη ανάκαμψη των επενδύσεων σε κατοικίες και τη συνεχή επένδυση στη γνώση και την καινοτομία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο άυλο κεφάλαιο, ως προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας και την αξιοποίηση τεχνολογιών αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε ότι «η ανάκαμψη των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια είναι θετική, αλλά η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει μεγάλη» Και προσθέτει πως, ιδιαίτερη προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις επενδύσεις σε κατοικίες, ώστε να αυξηθεί η προσφορά και να διευκολυνθεί η πρόσβαση των πολιτών σε οικονομικά προσιτή στέγη και η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος αποτελεί επείγουσα ανάγκη για τα νοικοκυριά και τους νέους που δυσκολεύονται να βρουν σπίτι.

Παράλληλα, σημειώνει, ότι «βεβαίως, χρειαζόμαστε περισσότερες επιχειρηματικές επενδύσεις σε υποδομές, εξοπλισμό, έρευνα και λογισμικό, που ενισχύουν την παραγωγικότητα, δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και αποτελούν προϋπόθεση για διατηρήσιμη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη».

Διαβαστε επισης