Σημαντική βελτίωση στο κλίμα που επικρατεί μεταξύ των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων καταγράφει ο Δείκτης Εξαγωγικών Προσδοκιών ECI SEVE-DHL για το α’ εξάμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωστρέφεια παραμένει ένας από τους βασικούς πυλώνες ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Ο δείκτης κινήθηκε αισθητά υψηλότερα σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, αποτυπώνοντας αυξημένη εμπιστοσύνη για την πορεία των εξαγωγών, παρά το σύνθετο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Η άνοδος του δείκτη πάνω από το όριο των 100 μονάδων, που αποτελεί το σημείο ισορροπίας μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, καταδεικνύει ότι η πλειονότητα των εξαγωγικών επιχειρήσεων αναμένει θετικές εξελίξεις στο επόμενο εξάμηνο. Η βελτίωση αυτή συνδέεται τόσο με την αυξημένη διεθνή ζήτηση για ελληνικά προϊόντα όσο και με τη σταδιακή προσαρμογή των επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες του παγκόσμιου εμπορίου.
Η έρευνα στην οποία βασίζεται ο δείκτης πραγματοποιήθηκε σε ευρύ δείγμα επιχειρήσεων με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα, καλύπτοντας όλους τους βασικούς κλάδους της οικονομίας, από τη μεταποίηση και το εμπόριο έως τον πρωτογενή τομέα. Η μεθοδολογία που εφαρμόζεται ακολουθεί διεθνή πρότυπα μέτρησης προσδοκιών και επιτρέπει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων σε διαχρονική βάση, προσφέροντας αξιόπιστη εικόνα για τις τάσεις που διαμορφώνονται.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία που αφορούν τις καθαρά εξαγωγικές προοπτικές. Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αναμένει αύξηση των εξαγωγών της στο επόμενο εξάμηνο, ενώ περιορισμένο παραμένει το ποσοστό όσων προβλέπουν υποχώρηση. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις θεωρούν πως διατηρούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις διεθνείς αγορές, είτε μέσω ποιότητας και εξειδίκευσης προϊόντων είτε μέσω ευελιξίας στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Θετική εικόνα καταγράφεται και στις προσδοκίες για τις εγχώριες πωλήσεις. Ένα αυξημένο ποσοστό επιχειρήσεων εκτιμά ότι η ζήτηση στην εσωτερική αγορά θα ενισχυθεί, γεγονός που συνδέεται με τη σταδιακή βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας και τη συγκρατημένη ενίσχυση της κατανάλωσης. Παράλληλα, μειώνεται το ποσοστό όσων αναμένουν στασιμότητα, στοιχείο που δείχνει ότι οι επιχειρήσεις βλέπουν ευρύτερη κινητικότητα στο σύνολο της αγοράς.
Σε αντίθεση με τις θετικές προσδοκίες για τις ίδιες τις επιχειρηματικές επιδόσεις, οι εκτιμήσεις για τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες παραμένουν πιο επιφυλακτικές. Σημαντικό τμήμα των ερωτηθέντων θεωρεί πιθανή την επιδείνωση του παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος, αντανακλώντας τις ανησυχίες για γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικές αντιπαραθέσεις και αβεβαιότητα στις μεγάλες οικονομίες. Ωστόσο, η επιφυλακτικότητα αυτή δεν φαίνεται να ανακόπτει τον εξαγωγικό σχεδιασμό, καθώς οι επιχειρήσεις δείχνουν προσαρμοστικότητα και εναλλακτικές στρατηγικές.
Αντίστοιχα μεικτή εικόνα παρουσιάζουν οι προσδοκίες για τις εγχώριες οικονομικές συνθήκες. Οι απαντήσεις κατανέμονται σχεδόν ισομερώς μεταξύ βελτίωσης και επιδείνωσης, γεγονός που υποδηλώνει ότι, παρά τις θετικές ενδείξεις, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες για το κόστος παραγωγής, τη χρηματοδότηση και τη συνολική σταθερότητα του οικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ζήτημα του αυξανόμενου προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων αναγνωρίζει ότι οι προστατευτικές πολιτικές επιδρούν αρνητικά, κυρίως μέσω της αύξησης του κόστους πρώτων υλών και των εμποδίων πρόσβασης σε ορισμένες αγορές. Παρ’ όλα αυτά, ένα αξιοσημείωτο ποσοστό δηλώνει ότι οι επιπτώσεις είναι διαχειρίσιμες, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που εντοπίζουν ευκαιρίες αναδιάταξης των εξαγωγικών τους προορισμών.
Συνολικά, τα αποτελέσματα του Δείκτη Εξαγωγικών Προσδοκιών για το α’ εξάμηνο του 2026 σκιαγραφούν μια εικόνα συγκρατημένης αλλά σαφούς αισιοδοξίας. Οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο σίγουρες για τις δυνατότητές τους, επενδύοντας στη διεθνή παρουσία τους, την ώρα που οι αβεβαιότητες στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον παραμένουν. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον ρόλο των εξαγωγών ως βασικού μοχλού ανάπτυξης και σταθερότητας για την ελληνική οικονομία στο ξεκίνημα του 2026.