Σε αρνητικό πρωταγωνιστή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύεται η Ελλάδα όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025 (που αποτυπώνουν τα εισοδήματα του 2024) αποκαλύπτουν ότι το 27,5% του πληθυσμού βιώνει τουλάχιστον μία από τις εξής τρεις συνθήκες: εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας, σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση ή διαβίωση σε νοικοκυριό με ελάχιστη ένταση εργασίας.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη, οριακά πίσω από τη Βουλγαρία (29%).
Η μακροχρόνια βελτίωση του δείκτη, ο οποίος είχε υποχωρήσει από το 32,4% το 2014 στο 27,4% το 2019 και στο 26,1% το 2022, ανατράπηκε πλήρως τη διετία 2023-2024. Το ποσοστό αυξήθηκε αρχικά σε 26,9% το 2023 και έφτασε το 27,5% το 2024. Την ίδια στιγμή, στην ΕΕ καταγράφεται σταθερή αποκλιμάκωση (21,3% το 2022, 21,0% το 2023 και 20,9% το 2024), με αποτέλεσμα το χάσμα της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να εκτιναχθεί στις 6,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Διάγραμμα 1: Εξέλιξη κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (2014-2024)
Η πίεση στους εργαζόμενους και η διάβρωση από τον πληθωρισμό
Παρά τη μείωση της ανεργίας και την άνοδο της απασχόλησης, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα υφίστανται έντονες πιέσεις στη διαβίωσή τους. Στους απασχολούμενους ηλικίας 18 ετών και άνω, ο κίνδυνος φτώχειας είχε υποχωρήσει από το 21,0% το 2015 στο 16,2% το 2019 και στο 14,7% το 2022, περιορίζοντας την απόσταση από την ΕΕ στις 3,5 μονάδες.
Ωστόσο, η έξαρση του πληθωρισμού από το 2022 και μετά ανέτρεψε αυτή τη θετική πορεία. Το ποσοστό αυξήθηκε σε 16,4% το 2023 και διαμορφώθηκε στο 16,0% το 2024, διευρύνοντας ξανά την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις 5,1 ποσοστιαίες μονάδες. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η άνοδος των τιμών επιβάρυνε δυσανάλογα το κόστος ζωής και την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα.
Διάγραμμα 2: Κίνδυνος φτώχειας στους απασχολούμενους άνω των 18 ετών
Δραματική επιδείνωση στους μη απασχολούμενους και αδυναμία του κράτους πρόνοιας
Η πλέον ανησυχητική εικόνα αποτυπώνεται στον μη απασχολούμενο πληθυσμό, δηλαδή στους ανέργους, τους συνταξιούχους και τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού. Το ποσοστό φτώχειας στην κατηγορία αυτή υποχωρούσε έως το 2021 (από 37,2% το 2014 σε 34,3% το 2021), όμως στη συνέχεια κατέγραψε αλματώδη αύξηση, φτάνοντας το 37,3% το 2024.
Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο ακόμη και από το επίπεδο του 2014 (37,2%), περιόδου οξείας μνημονιακής κρίσης. Παράλληλα, η απόκλιση από την ΕΕ διογκώθηκε στις 5,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 2,0 μονάδες το 2021).
Δεδομένου ότι η διαβίωση του μη απασχολούμενου πληθυσμού εξαρτάται άμεσα από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, όπως οι συντάξεις και τα επιδόματα, η έξαρση της φτώχειας στην ομάδα αυτή αποδεικνύει την αδυναμία του κράτους πρόνοιας να προστατεύσει τα εισοδήματα των πιο ευάλωτων πολιτών απέναντι στο κύμα της ακρίβειας.