Οικονομία

Η μακρά σκιά της κρίσης: Το 2034 θα επιστρέψει το ΑΕΠ της Ελλάδας στα επίπεδα του 2007


Την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα το μακρινό... 2034, κάνει σε ανάλυσή της η Eurobank. H τράπεζα σημειώνει ότι παρά την ισχυρή μεταπανδημική μεγέθυνση της οικονομίας, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο κατά 13,6% συγκριτικά με το προ κρίσης χρέους ιστορικό υψηλό του β’ τριμήνου 2007.

Υποθέτοντας διατήρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του τριμηνιαίου ΑΕΠ στο παρόν επίπεδο (+1,9%), η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στο επίπεδο αυτό το α’ τρίμηνο του 2034. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0% αντίστοιχα. Πιο μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5% κατά μέσο όρο.

H Eurobank υποστηρίζει ότι η ελληνική οικονομία είναι ανθεκτική εν μέσω διεθνών αναταραχών, καθώς "τρέχει" με ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από την Ευρωζώνη για 20ό συνεχόμενο τρίμηνο,  καταγράφει ισχυρές επενδύσεις και έχει πετύχει ρίξει στα χαμηλά 25ετίας την ανεργία.

Πίσω από τη θετική εικόνα, ωστόσο, παραμένουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες: το πραγματικό ΑΕΠ απέχει ακόμη 13,6% από το προ κρίσης υψηλό, οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υστερούν έναντι της Ευρώπης και το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό. Με το Ταμείο Ανάκαμψης να πλησιάζει στο τέλος του κύκλου του, το μεγάλο στοίχημα μεταφέρεται πλέον στην επόμενη ημέρα: στην παραγωγικότητα και στην προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων.

Αναλυτικότερα, το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο 2026 κατέγραψε ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2,0% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο.

Οι αναλυτές σημειώνουν ότι η επίδοση αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ο συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη.

Οι επενδύσεις

Οι επενδύσεις παγίων αποτέλεσαν βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης και το β’ τρίμηνο 2026, καταγράφοντας ισχυρή ετήσια αύξηση 6,1%, αν και επιβραδυμένες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (+12,1%), πιθανώς επηρεασμένες και από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου. Η αύξηση αυτή αποδίδεται σχεδόν εξολοκλήρου (82%) στην οικοδομική δραστηριότητα: η κατασκευή κατοικιών αυξήθηκε κατά €117 εκ., συνεισφέροντας το 21% της ετήσιας αύξησης των πάγιων επενδύσεων, ενώ οι άλλες κατασκευές, κυρίως μεγάλα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μέτρο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Ελληνικό, κ.ά) ενισχυθήκαν κατά €338 εκ., το 61% της αύξησης.

Το υπόλοιπο προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό: μηχανολογικό και οπλικά συστήματα (+€51 εκ., το 9%) και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (+€51 εκ., 9%), παρά την υποχώρηση του μεταφορικού εξοπλισμού (-€45 εκ., -8%).Τη μεγαλύτερη όμως συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες [π.μ.]) είχε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήρια δύναμη που οδηγεί αλλά και ενισχύεται από την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα .

Αντιθέτως, ενθαρρυντική είναι η συνέχιση της μείωσης του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών (-4,7%) η οποία συνεισέφερε 0,5 π.μ. στη μεγέθυνση του β’ τριμήνου. Οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών από την άλλη υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το β’ τρίμηνο 2025 σε πραγματικούς όρους (-3,6%), αφαιρώντας 1,2 π.μ. από το ρυθμό μεγέθυνσης. Παρά την ανθεκτικότητα του τουρισμού και την αύξηση του κύκλου εργασιών στη ναυτιλία, η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του πολέμου περιόρισε την πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος (-0.8 π.μ.).

Η σύνθεση του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο 2026 διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη: Η κατανάλωση συνέχισε να αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη συνιστώσα, με το μερίδιό της να παραμένει σταθερά στη ζώνη του 68–70% καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (53,2%). Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, απώλεια που εν μέρει αντισταθμίστηκε από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών. Στα θετικά, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων παρέμεινε κοντά στα υψηλότερα επίπεδά του από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας. Εντούτοις, παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη (21,3% του ΑΕΠ) και στην ΕΕ271 (21,5%)· προϋπόθεση όμως για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες συγκριτικά με την ΕΕ27 επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ.

Ανάλυση των παρεμβάσεων οικονομικής πολιτικής

Οι παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ 2026 επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, καθώς και στη στήριξη της στέγασης, της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων. Το πακέτο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις για μισθωτούς και συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και επιχειρήσεις, καθώς και μέτρα για την αγορά κατοικίας και το ενεργειακό κόστος.

Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση, το δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί εκτιμάται σε €605 εκατ. το 2026 και €2,2 δισ. το 2027. Παράλληλα, μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως έχουν πρόσθετο κόστος €940 εκατ. το 2026 και €2,8 δισ. το 2027. Συνεπώς, το συνολικό ετήσιο κόστος των παρεμβάσεων που θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία ανέρχεται σε περίπου €5 δισ. το 2027. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εξ ολοκλήρου νέα δημοσιονομική επέκταση, καθώς σημαντικό μέρος του αφορά ήδη αποφασισμένα και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη ενσωματωμένα στον δημοσιονομικό σχεδιασμό μέτρα.

Από μακροοικονομική σκοπιά, η επίδραση του πακέτου θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σύνθεση και τον χρόνο εφαρμογής των παρεμβάσεων. Τα μέτρα που αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα αναμένεται να στηρίξουν περισσότερο την ιδιωτική κατανάλωση, ιδίως όταν αφορούν ομάδες με υψηλότερη οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενώ οι παρεμβάσεις σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και στέγαση λειτουργούν περισσότερο μέσω της ρευστότητας, της χρηματοδότησης και της επενδυτικής δραστηριότητας.

Ενδεικτικά, εάν στα νέα μέτρα ύψους €2,2 δισ. εφαρμοζόταν ένας βραχυχρόνιος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής της τάξης του 0,35–0,65, η δυνητική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2027 θα μπορούσε να κινηθεί περίπου μεταξύ 0,25 και 0,45 ποσοστιαίων μονάδων, με κεντρική εκτίμηση κοντά στις 0,35 π.μ. Ωστόσο, η καθαρή πρόσθετη επίδραση σε σχέση με το υφιστάμενο μακροοικονομικό σενάριο ενδέχεται να είναι χαμηλότερη, στον βαθμό που μέρος των μέτρων έχει ήδη ληφθεί υπόψη στις προβλέψεις.

Προκλήσεις και προοπτικές

Συμπερασματικά, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με ανθεκτικότητα της κατανάλωσης και τόνωση των επενδύσεων από το ΤΑΑ.

Με δεδομένη την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον (γεωστρατηγικές τριβές, αυξήσεις επιτοκίων, επιμένων πληθωρισμός – ιδίως λόγω ενέργειας) που αποτελούν καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη τα επόμενα τρίμηνα, είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η υλοποίηση του ΤΑΑ που παρέχει μία αντικυκλική προστασία. Μετά τη λήξη του ΤΑΑ, η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων παραμένει ο βασικότερος στόχος της οικονομικής πολιτικής για τη διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης. Η διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και η αντιμετώπιση της εμμένουσας ελλειμματικότητας του εξωτερικού ισοζυγίου θα απαιτήσουν επιπλέον δράση.

Διαβαστε επισης