Οικονομία

Η ανάπτυξη δεν φτάνει στα νοικοκυριά – Προτελευταία η Ελλάδα στο διαθέσιμο εισόδημα


Πολύ πιο χαμηλά από τα ευρωπαϊκά standards βρίσκεται το ακαθάριστο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, το οποίο… φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης. Η οικονομική θέση των νοικοκυριών  που προσδιορίζεται τόσο από το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο επηρεάζει τις δυνατότητες κατανάλωσης και αποταμίευσης, όσο και από τον πλούτο που κατέχουν, σημείωσε βελτίωση την τελευταία διετία. Ωστόσο αυτή δεν είναι ικανή να ξεκολλήσει την χώρα από τον πάτο της ζώνης του ευρώ.

Το ελληνικό νοικοκυριό βρίσκεται στην προτελευταία θέση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης ως προς το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο για το 2024, με μοναδική χώρα πίσω του τη Λετονία.

Τα στοιχεία που παρουσιάζει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, καταδεικνύουν τη μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στο εισόδημα και την περιουσία των ελληνικών νοικοκυριών. Παρά το γεγονός ότι η συνολική αξία του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωζώνης ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο.

Η αντίφαση αυτή εξηγείται από τη σύνθεση του πλούτου των νοικοκυριών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του είναι «δεμένο» στην ακίνητη περιουσία.

Η άνοδος των τιμών των ακινήτων έχει αυξήσει σημαντικά την αξία της περιουσίας των Ελλήνων, χωρίς όμως να μεταφράζεται σε υψηλότερη αγοραστική δύναμη ή σε μεγαλύτερη δυνατότητα κατανάλωσης και αποταμίευσης. Με άλλα λόγια, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζονται πλουσιότερα στα χαρτιά, αλλά όχι κατ' ανάγκη και στην καθημερινότητά τους, όπου η ακρίβεια και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, κυριαρχούν...

Ταυτόχρονα- όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η Ελλάδα βρίσκεται στη 15η θέση από τα 19 κράτη-μέλη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία ως προς τον καθαρό πλούτο. Η σχετική λίστα προσδιορίζεται με βάση τόσο με το διαθέσιμο εισόδημα, όσο και με τον καθαρό πλούτο του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού (αφαιρώντας δηλαδή το χρέος των νοικοκυριών).

Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται αφενός το προσαρμοσμένο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης , αφετέρου η διάμεσος του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών, η οποία αναφέρεται στην αξία που επιμερίζει την κατανομή του πληθυσμού με βάση τον πλούτο, σε δύο ίσα μέρη.

Αύξηση για το διαθέσιμο εισόδημα

Το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα, παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία παραμένει, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 (+3,2%, σε ετήσια βάση). Παράλληλα, η αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ήταν εντονότερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%), συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022–2023, εξαιτίας των έντονων πληθωριστικών πιέσεων.

Μείωση για την αποταμίευση

Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική (περίπου -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, γεγονός που δείχνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός.

Η σύνθεση του πλούτου των νοικοκυριών

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το Ευρώ 1 τρισ. σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025 , καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 19% ή Ευρώ 161 δισ. τη διετία 2024-2025 . 

Από τις επιμέρους υποκατηγορίες του χρηματοοικονομικού πλούτου ξεχωρίζουν τα αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια τα οποία υπερδιπλασίασαν την αξία τους μέσα σε μία διετία. Ακολούθησαν ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος και οι εισηγμένες μετοχές, ενώ έπονται τα ομόλογα, οι ασφάλειες ζωής και οι καταθέσεις Αναφορικά με τον μη χρηματοοικονομικό πλούτο, η αξία των ακινήτων αυξήθηκε κατά 16% και του μη χρηματοοικονομικού επιχειρηματικού πλούτου κατά 13%

Αξιοσημείωτη είναι η μεταβολή που καταγράφεται τα τελευταία έτη στην αναλογία χρηματοοικονομικού και μη χρηματοοικονομικού πλούτου υπέρ του πρώτου. Συγκεκριμένα, το τέταρτο τρίμηνο του 2018, έτος κατά το οποίο είχε ξεκινήσει η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η αξία του χρηματοοικονομικού πλούτου αντιστοιχούσε μόλις στο 26% 
 

Διαβαστε επισης