Οικονομία

Γραφείο Προϋπολογισμού: Η δημοσιονομική πειθαρχία «θωρακίζει» τα ελληνικά ομόλογα


Την ανάγκη διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων και περαιτέρω υποχώρησης του δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, παράλληλα με την ώθηση αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων, επισημαίνει νέα ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Αυτές οι προϋποθέσεις κρίνονται απαραίτητες ώστε να κρατηθεί χαμηλά το κόστος δανεισμού της χώρας και να περιορίζονται οι επιπτώσεις από διεθνείς κρίσεις.

Η πορεία των αποδόσεων στα ελληνικά ομόλογα κατέγραψε θεαματική βελτίωση τη δεκαετία 2016-2026:

  • 2016: Οι αποδόσεις ξεπερνούσαν το 7%, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα στην ευρωζώνη ως κατάλοιπο της κρίσης χρέους.

  • 2024: Υποχώρησαν σε ποσοστά ανάλογα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας.

  • 2022-2026: Η Ελλάδα μετατοπίστηκε από την πλέον ευάλωτη θέση στη μέση της σχετικής κατάταξης της ευρωζώνης.

Τα ευρήματα της έρευνας για την περίοδο 2016-2026

Η μελέτη έχει τίτλο «» και συντάχθηκε από τον καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ, Αλέξανδρο Κοντονίκα, και τον συντονιστή του Γραφείου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, Γιάννη Τσουκαλά.

Οι ερευνητές εξέτασαν καθημερινά στοιχεία των 10ετών ομολόγων από δέκα κράτη της ευρωζώνης (Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Φινλανδία), συγκρίνοντας τις αντιδράσεις τους στις πιο ταραχώδεις συνεδριάσεις πριν και μετά την πανδημία.

Τα βασικά συμπεράσματα διαμορφώνονται ως εξής:

  1. Ενίσχυση ανθεκτικότητας: Κατά την πανδημική κρίση (3ο τρίμηνο 2019 – 1ο τρίμηνο 2022), τα ελληνικά ομόλογα σημείωναν τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις στην ευρωζώνη —με εντάσεις υπερδιπλάσιες από την αμέσως επόμενη χώρα— και στηρίζονταν άμεσα στα μέτρα της ΕΚΤ. Από το 2ο τρίμηνο του 2022 έως το 2ο τρίμηνο του 2026, η ευαισθησία αυτή υποχώρησε. Η Ελλάδα πλέον κινείται στα επίπεδα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, εμφανίζοντας κατά περιπτώσεις μικρότερη μεταβλητότητα από την Ιταλία.

  2. Δημοσιονομική προσαρμογή αντί χρηματοοικονομικών τεχνασμάτων: Ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ υποχώρησε κατά 34 ποσοστιαίες μονάδες, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των δέκα χωρών. Η επίτευξη σταθερών πρωτογενών πλεονασμάτων οικοδόμησε εμπιστοσύνη, περιορίζοντας το ασφάλιστρο κινδύνου.

  3. Συνολικό μοτίβο στην ευρωζώνη: Όσες χώρες πέτυχαν μεγάλη μείωση χρέους είδαν τα ομόλογά τους να σταθεροποιούνται. Αντίθετα, κράτη όπου το χρέος αυξήθηκε, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν κατέγραψαν αντίστοιχη βελτίωση.

  4. Επιβεβαίωση από τρεις δείκτες: Τα ευρήματα επιβεβαιώνονται από τον δείκτη μεταβλητότητας μετοχών VIX, τον δείκτη χρηματοοικονομικής πίεσης CISS και τον δείκτη αβεβαιότητας οικονομικής πολιτικής EPU.

Προειδοποιήσεις για το μέλλον και ο ρόλος των αναπτυξιακών μέτρων

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή ξεκαθαρίζει ότι η βελτίωση αυτή δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα.

Η ηρεμία στην αγορά ελληνικών ομολόγων δεν είναι εγγυημένη: τελεί υπό την αίρεση της διαρκούς εναρμόνισης με το δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προσέλκυσε την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Καθώς το ελληνικό χρέος περνά σταδιακά από τον επίσημο τομέα σε ιδιώτες επενδυτές, η αγορά θα αξιολογεί αυστηρότερα τις δημοσιονομικές αποφάσεις.

Παράλληλα, η μελέτη σημειώνει ότι η δημοσιονομική πειθαρχία από μόνη της δεν αρκεί. Καθώς ο παρονομαστής του δείκτη χρέους/ΑΕΠ βασίζεται στην αύξηση του προϊόντος, τα πλεονάσματα πρέπει να συνοδεύονται από επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Τα συνεχιζόμενα πρωτογενή πλεονάσματα πρέπει να συνοδευθούν από την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη — την ατζέντα επενδύσεων και παραγωγικότητας του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα, τη Δημόσια Διοίκηση και τις αγορές εργασίας και προϊόντων.

Διαβαστε επισης