Οικονομία

Ευρωζώνη: Επιβραδύνει η οικονομία, η ενέργεια πιέζει την ΕΚΤ, απομακρύνεται η αύξηση επιτοκίων


Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη χάνει δυναμική, ενώ η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η αναταραχή στη γαλλική οικονομία περιπλέκουν τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνθηκε τον Οκτώβριο, με τον σύνθετο δείκτη PMI να υποχωρεί στις 51,9 μονάδες από 53,1 τον Σεπτέμβριο, στο χαμηλότερο επίπεδο τετραμήνου, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την πορεία της ανάπτυξης κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2026. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίρροπες πιέσεις: από τη μία πλευρά, η αύξηση των τιμών της ενέργειας απειλεί να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα και να απαιτήσει περαιτέρω νομισματική σύσφιγξη· από την άλλη, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών αυξάνουν τον κίνδυνο να περιοριστεί περαιτέρω η ανάπτυξη.

Η συνεδρίαση της ΕΚΤ αυτή την εβδομάδα αναμένεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που καταγράφονται στο σχετικό δημοσίευμα, να οδηγήσει σε διατήρηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,5%, με το ενδεχόμενο νέας αύξησης τον Δεκέμβριο να παραμένει στο προσκήνιο. Η εξασθένηση της οικονομικής δυναμικής ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ μιας στάσης αναμονής, χωρίς να σημαίνει ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι έχουν υποχωρήσει. 

Η ανάπτυξη στο γ΄ τρίμηνο και τα μηνύματα από τους δείκτες PMI

Η επιβράδυνση αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Bloomberg, ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι υποχώρησε στο 0,2% το τρίτο τρίμηνο του 2026, από 0,6% το δεύτερο τρίμηνο. Η ισχυρή επίδοση της προηγούμενης περιόδου είχε επηρεαστεί σημαντικά από τα ιδιαίτερα υψηλά στοιχεία ανάπτυξης της Ιρλανδίας, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη σύγκριση των δύο τριμήνων. Τα επίσημα στοιχεία για το ΑΕΠ αναμένονται την Παρασκευή. 

Τα προκαταρκτικά στοιχεία της S&P Global για τον Οκτώβριο ενισχύουν την εικόνα της εξασθένησης. Ο σύνθετος δείκτης PMI, που αποτυπώνει τη δραστηριότητα στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες, υποχώρησε στις 51,9 μονάδες από 53,1 τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο. Παρά τη μείωση, ο δείκτης εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από το όριο των 50 μονάδων, το οποίο διαχωρίζει την επέκταση από τη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ο δείκτης PMI υπηρεσιών υποχώρησε στις 51,7 μονάδες από 53 μονάδες, ενώ ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση μειώθηκε στις 52,4 μονάδες από 53,6. Ο συνολικός δείκτης μεταποίησης διαμορφώθηκε στις 52,4 μονάδες από 52,9, στο χαμηλότερο επίπεδο τριμήνου. Παράλληλα, οι νέες παραγγελίες αυξήθηκαν με τον ασθενέστερο ρυθμό της τελευταίας τετράμηνης περιόδου επέκτασης, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η ζήτηση χάνει μέρος της δυναμικής της. 

Θετική εξαίρεση αποτελούν οι νέες εξαγωγικές παραγγελίες, οι οποίες αυξήθηκαν για τρίτο συνεχόμενο μήνα, έπειτα από σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια διαδοχικών μηνιαίων μειώσεων. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν αρκεί προς το παρόν για να αντισταθμίσει την επιβράδυνση της συνολικής ζήτησης. Ταυτόχρονα, η απασχόληση στην Ευρωζώνη παρέμεινε σχεδόν στάσιμη: οι προσλήψεις στις υπηρεσίες επιβραδύνθηκαν στο χαμηλότερο επίπεδο πέντε μηνών, ενώ η απασχόληση στη μεταποίηση μειώθηκε έπειτα από δύο μήνες βελτίωσης. 

Η Γαλλία στο επίκεντρο των ανησυχιών

Η εικόνα της Γαλλίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η επιχειρηματική δραστηριότητα στον ιδιωτικό τομέα της χώρας επέστρεψε σε συρρίκνωση τον Οκτώβριο, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα, οι δημοσιονομικές πιέσεις και η υποχώρηση της ζήτησης επηρέασαν αρνητικά τις επιχειρήσεις.

Οι ανησυχίες για τη δυνατότητα της γαλλικής κυβέρνησης να αποκαταστήσει την ισορροπία στα δημόσια οικονομικά της έχουν οδηγήσει σε άνοδο του κόστους δανεισμού. Παράλληλα, οι διαδηλώσεις και η κοινωνική αναταραχή επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα, εντείνοντας τους προβληματισμούς για τις προοπτικές της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.

Ο δείκτης επιχειρηματικής εμπιστοσύνης στη Γαλλία υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2012, εάν εξαιρεθεί η περίοδος της πανδημίας. Η επιδείνωση της εμπιστοσύνης, σε συνδυασμό με τις αυξημένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, περιορίζει τα περιθώρια οικονομικής πολιτικής και αυξάνει τον κίνδυνο μετάδοσης των πιέσεων στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. 

Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, εμφανίζει επίσης ασθενέστερη δυναμική. Παρά τη στήριξη από τις αυξημένες κρατικές δαπάνες, ο ρυθμός επέκτασης του ιδιωτικού τομέα επιβραδύνθηκε τον Οκτώβριο. Σύμφωνα, μάλιστα, με την εκτίμηση της Bundesbank που παρατίθεται στο δημοσίευμα του Bloomberg, η γερμανική οικονομία πιθανότατα παρέμεινε στάσιμη κατά το τρίτο τρίμηνο. 

Το ενεργειακό κόστος αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις

Η άνοδος των τιμών ενέργειας αποτελεί τον βασικό παράγοντα που περιπλέκει τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Το κόστος των εισροών για τις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη αυξήθηκε για δεύτερο συνεχόμενο μήνα τον Οκτώβριο, κυρίως εξαιτίας των υψηλότερων τιμών ενέργειας, καυσίμων και μεταφορών, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να ενισχύει τις πιέσεις.

Η εξέλιξη αυτή αυξάνει το κόστος παραγωγής και λειτουργίας των επιχειρήσεων, δημιουργώντας τον κίνδυνο μετακύλισης μέρους των επιβαρύνσεων στις τελικές τιμές. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις αύξησαν τις τιμές πώλησης με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με τον Σεπτέμβριο. Αυτό υποδηλώνει ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η άνοδος του κόστους δεν μεταφέρεται πλήρως στους καταναλωτές, με τις επιχειρήσεις να απορροφούν μέρος των πιέσεων στα περιθώρια κέρδους τους. 

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ΕΚΤ. Εάν το ενεργειακό σοκ αποδειχθεί παρατεταμένο, οι πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσαν να ενισχυθούν εκ νέου, καθιστώντας δυσκολότερη την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Από την άλλη πλευρά, η ασθενέστερη ζήτηση και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας περιορίζουν τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αυξάνουν τις τιμές χωρίς να πλήττουν τις πωλήσεις τους.

Πρόσθετη αβεβαιότητα δημιουργεί η εικόνα των αποθεμάτων φυσικού αερίου στη Γερμανία. Σύμφωνα με την εκτίμηση που μεταφέρει το δημοσίευμα, η απουσία γρήγορης λύσης στην ενεργειακή κρίση και τα χαμηλά αποθέματα ενδέχεται να αυξήσουν τους κινδύνους για την ενεργειακή επάρκεια, ιδίως εάν ο χειμώνας αποδειχθεί ιδιαίτερα ψυχρός. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η οικονομία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πρόσθετες πιέσεις από το κόστος ενέργειας ή ακόμη και από περιορισμούς στην κατανάλωση. 

Η ΕΚΤ μεταξύ πληθωρισμού και επιβράδυνσης

Η συνεδρίαση της ΕΚΤ την Πέμπτη αναμένεται να πραγματοποιηθεί σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον. Η εξασθένηση της ανάπτυξης ενισχύει την επιχειρηματολογία υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων αμετάβλητων, καθώς μια νέα αύξηση θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα, το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών και τις επενδύσεις.

Οι εκτιμήσεις που παρατίθενται στα σχετικά δημοσιεύματα συγκλίνουν στη διατήρηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,5% αυτή την εβδομάδα. Ωστόσο, η προοπτική νέας αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο παραμένει στο τραπέζι, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται τότε στο 2,75%, εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληθωριστικοί κίνδυνοι. 

Το δίλημμα για τη Φρανκφούρτη είναι ότι η διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο διάστημα μπορεί να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά ταυτόχρονα να επιδεινώσει την ήδη ασθενέστερη αναπτυξιακή προοπτική. Αντίθετα, μια λιγότερο επιθετική στάση θα περιόριζε την πρόσθετη επιβάρυνση της οικονομίας, με τον κίνδυνο όμως να παραμείνει ο πληθωρισμός υψηλότερος από τον στόχο.

Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης. Στη Γαλλία, η διαφορά απόδοσης των δεκαετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών έχει φθάσει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Η αύξηση του κόστους δανεισμού δεν επιβαρύνει μόνο τους κρατικούς προϋπολογισμούς, αλλά μπορεί να μεταφερθεί και στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών, περιορίζοντας την πιστωτική επέκταση και την οικονομική δραστηριότητα. 

Στάση αναμονής από την ΕΚΤ

Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει επισημάνει ότι οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν σημαντικά μετά τη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου. Οι αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες λειτουργούν ως πρόσθετος περιορισμός για την οικονομία και ενδέχεται να συγκρατήσουν τη μετακύλιση του ενεργειακού κόστους στις τελικές τιμές. Παράλληλα, οι δημοσιονομικές δυσκολίες της Γαλλίας εντείνουν την αβεβαιότητα στις αγορές ομολόγων της Ευρωζώνης.
Τα επόμενα στοιχεία θα κρίνουν τις αποφάσεις
Η πορεία της οικονομίας κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2026 θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό της ενεργειακής κρίσης, της εξέλιξης του πληθωρισμού, των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και της πολιτικής σταθερότητας στις μεγαλύτερες οικονομίες της περιοχής.

Τα στοιχεία για το ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου, που αναμένονται την Παρασκευή, θα προσφέρουν σαφέστερη εικόνα για το εύρος της επιβράδυνσης. Παράλληλα, οι επόμενες μετρήσεις του πληθωρισμού θα έχουν καθοριστική σημασία για το εάν η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο ή θα επιλέξει να διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική πολιτική της.

Το βασικό πρόβλημα για την Ευρωζώνη είναι ότι η επιβράδυνση δεν συνοδεύεται από σαφή εξάλειψη των πληθωριστικών κινδύνων. Η οικονομία χάνει ταχύτητα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος και οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες γίνονται αυστηρότερες, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να απειλούν την ενεργειακή τροφοδοσία. Σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ καλείται να αποφύγει τόσο την πρόωρη χαλάρωση της αντιπληθωριστικής πολιτικής όσο και την υπερβολική σύσφιγξη που θα μπορούσε να βαθύνει την οικονομική επιβράδυνση.

Διαβαστε επισης