Οικονομία

Έρευνα Τρ. Πειραιώς: Σε χαμηλό 3 ετών το στεγαστικό κλίμα


Στο χαμηλότερο επίπεδό του από το 2023 διαμορφώθηκε το στεγαστικό κλίμα στο γ' τρίμηνο, στις 43,6 μονάδες, καταγράφοντας παράλληλα τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση του, όπως αναφέρει έρευνα της Τράπεζας Πειραιώς.

Η εικόνα που προκύπτει από τη συνολική πορεία του δείκτη στεγαστικού κλίματος είναι η αίσθηση μιας ήπιας επιφυλακτικότητας με το δείκτη να διαμορφώνεται σταθερά κάτω από τις 50 μονάδες, οι οποίες αποτελούν το «κατώφλι» μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας.

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του δείκτη σε χαμηλά επίπεδα διαδραματίζει ο υποδείκτης της αξιολόγησης της τρέχουσας συγκυρίας για αγορά κατοικίας, ο οποίος διαμορφώνεται σε ακραία αρνητικά επίπεδα. Η χειροτέρευση του δείκτη οφείλεται στην πτωτική αναθεώρηση από πλευράς των νοικοκυριών, στις εκτιμήσεις τους για την πορεία των επιτοκίων (δεδομένων των πρόσφατων αποφάσεων της ΕΚΤ) και των πιο συγκρατημένων εκτιμήσεων τους για την τρέχουσα όσο και μελλοντική οικονομική τους κατάσταση.

Το κλίμα για την αγορά κατοικίας παραμένει σταθερά και έντονα αρνητικό σε όλη την υπό εξέταση περίοδο. Ο Δείκτης Κλίματος Αγοράς κυμαίνεται διαρκώς σε χαμηλά επίπεδα, σημαντικά κάτω του 50, χωρίς ουσιαστικά σημάδια ανάκαμψης. Η πλειοψηφία των νοικοκυριών χαρακτηρίζει την τρέχουσα περίοδο ως «Καθόλου ευνοϊκή» (σταθερά γύρω στο 60 -70%), με τις θετικές απαντήσεις να παραμένουν οριακές.

Η αρνητική εικόνα όχι μόνο παραμένει, αλλά δείχνει να παγιώνεται με τον καιρό. Η εικόνα του δείκτη αντανακλά την αίσθηση των νοικοκυριών ότι είτε η αγορά κατοικίας βρίσκεται εκτός των οικονομικών δυνατοτήτων τους είτε ότι αδυνατούν να αγοράσουν το ακίνητο που ικανοποιεί πλήρως τις στεγαστικές τους ανάγκες.

Ξεκινώντας από τα γενικά ευρήματα, τα νοικοκυριά αναγνωρίζουν ότι σε ολόκληρη τη διάρκεια των τελευταίων ετών, το συγκριτικό πλεονέκτημα στην αγορά ακινήτων βρίσκεται στην πλευρά των πωλητών με τους αγοραστές να βρίσκονται σε αμυντική στάση. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι οι τιμές των κατοικιών θα συνεχίσουν να αυξάνονται αλλά με φθίνουσα δυναμική.

Επίσης είναι ενδιαφέρον ότι, σε αντίθεση με την περιρρέουσα αντίληψη περί κοινωνικής απαισιοδοξίας και αρνητικής στάσης έναντι της τρέχουσας συγκυρίας, οι εκτιμήσεις και προσδοκίες των νοικοκυριών για την τρέχουσα και για την μελλοντική οικονομική τους κατάσταση είναι συγκρατημένα θετικές. Τέλος, ειδική μνεία αξίζει να γίνει όσον αφορά τις απαντήσεις των ελληνικών νοικοκυριών σχετικά με την πορεία των επιτοκίων.

Η έρευνα καλύπτει και την περίοδο κατά την οποία η ΕΚΤ μείωσε τα παρεμβατικά επιτόκια από το 4% στο 2%. Στην καλύτερη περίπτωση η μείωση αυτή των επιτοκίων γίνεται έμμεσα και μόνο αντιληπτή από τους συμμετέχοντες στην έρευνα. Μια πιθανολογούμενη από πλευράς μας εκλογίκευση της αντίληψης αυτής είναι ότι τα νοικοκυριά αντιλαμβάνονται τις δόσεις εξυπηρέτησης των στεγαστικών δανείων ως έναν de facto επιβαρυντικό παράγοντα της οικονομικής τους κατάστασης και ως εκ τούτου είναι καθολικά αρνητικά προδιατεθειμένα.

Παράλληλα όμως αναδεικνύει και την ανάγκη μεγαλύτερης επιμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας σε θέματα σχετικά με τη νομισματική πολιτική και πώς αυτή επιδρά στην καθημερινότητα. Πέραν όμως όλης αυτής της θετικής εικόνας της αγοράς ακινήτων, από τις απαντήσεις των νοικοκυριών προκύπτει και ένα μήνυμα ανησυχίας για το μέλλον. Η συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών μετέβαλε τις προσδοκίες της – στο σύνολο των ερωτημάτων της έρευνας- από θετικές σε ήπια αρνητικές το 3ο τρίμηνο του 2026.

«Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι είναι πραγματικά επικίνδυνο να δομήσουμε ένα ολόκληρο αφήγημα στα ερωτηματολόγια ενός μόνο τριμήνου. Παραταύτα, εάν η αλλαγή αυτή στις προσδοκίες των νοικοκυριών επιβεβαιωθεί και στα επόμενα τρίμηνα, τότε είναι πολύ πιθανό τα τωρινά ευρήματα να αποτελούν μια πρώτη προειδοποιητική ένδειξη ότι ο συνδυασμός της παγκόσμιας γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακής ανασφάλειας, της ανόδου του πληθωρισμού και της συνεπακόλουθης αύξησης – εκ νέου- του κόστους χρήματος από την ΕΚΤ, ενδέχεται να επηρεάσει τις εκτιμήσεις των νοικοκυριών για τη δυναμική τόσο της αγοράς ακινήτων όσο και ολόκληρης της οικονομίας» καταλήγει.

Διαβαστε επισης