Οικονομία

Εμπορικά αντίποινα Κίνας στις ΗΠΑ: Περιορισμοί σε εταιρείες και κρατικές συμβάσεις


Με αντίποινα απάντησε η Κίνα στην πρόσφατη απόφαση του Πενταγώνου να εντάξει μεγάλες κινεζικές επιχειρήσεις σε λίστα εταιρειών που φέρονται να συνδέονται με τον κινεζικό στρατό. Το Πεκίνο ανακοίνωσε νέους περιορισμούς σε δεκάδες αμερικανικές εταιρείες, στέλνοντας μήνυμα ότι θα απαντά σε κάθε κίνηση της Ουάσιγκτον, χωρίς όμως να οδηγεί τη σχέση των δύο υπερδυνάμεων σε ανοιχτή κλιμάκωση - τουλάχιστον προς το παρόν.

Η κινεζική κυβέρνηση προχώρησε σήμερα, Δευτέρα σε δύο παράλληλες κινήσεις κατά αμερικανικών επιχειρήσεων, λίγες εβδομάδες αφότου το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας διεύρυνε τη λεγόμενη «λίστα 1260H», στην οποία περιλαμβάνονται κινεζικές εταιρείες που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, διατηρούν δεσμούς με τον στρατό της χώρας.

Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου ενέταξε δέκα αμερικανικές βιομηχανικές εταιρείες στη λίστα ελέγχου εξαγωγών, απαγορεύοντας την προμήθειά τους με προϊόντα κινεζικής προέλευσης που χαρακτηρίζονται ως «διπλής χρήσης», δηλαδή μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για εμπορικούς, όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι εταιρείες εξόρυξης σπάνιων γαιών MP Materials και USA Rare Earth, οι κατασκευαστές μη επανδρωμένων αεροσκαφών Teal Drones και Jaia Robotics, η εταιρεία ηλεκτρονικών Aveox Inc., η Ball Aerospace & Technologies και η αμυντική βιομηχανία Oshkosh Defense.

Αποκλεισμός και από κρατικές προμήθειες

Παράλληλα, το κινεζικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι 46 αμερικανικές εταιρείες, στην πλειονότητά τους αμυντικοί προμηθευτές, αποκλείονται από τη συμμετοχή σε κρατικούς διαγωνισμούς και συμβάσεις του κινεζικού Δημοσίου.

Η απαγόρευση, ωστόσο, δεν επεκτείνεται στις εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στην Κίνα και χρηματοδοτούνται από ξένα κεφάλαια, ακόμη κι αν συνδέονται με τους συγκεκριμένους αμερικανικούς ομίλους.

Απάντηση στη «μαύρη λίστα» του Πενταγώνου

Οι κινεζικές κινήσεις ήρθαν ως απάντηση στην απόφαση του Πενταγώνου να προσθέσει νέες κινεζικές εταιρείες στη λίστα 1260H, η οποία αφορά επιχειρήσεις που η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι υποστηρίζουν τις στρατιωτικές δυνατότητες του Πεκίνου. Στις νέες προσθήκες περιλαμβάνονται μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της κινεζικής τεχνολογίας και βιομηχανίας, όπως οι Alibaba, Baidu και η αυτοκινητοβιομηχανία BYD.

Η συγκεκριμένη λίστα δεν επιβάλλει άμεσα οικονομικές κυρώσεις. Προβλέπει, όμως, ότι από τις 30 Ιουνίου το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας δεν θα μπορεί να συνάπτει απευθείας συμβάσεις με τις εταιρείες που περιλαμβάνονται σε αυτή, ενώ από το 2027 οι περιορισμοί θα επεκταθούν και στις έμμεσες προμήθειες.

Παράλληλα, η ένταξη μιας εταιρείας στη λίστα λειτουργεί αποτρεπτικά και για άλλους ομοσπονδιακούς οργανισμούς ή ιδιωτικούς συνεργάτες, καθώς δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο για τη φήμη και τις εμπορικές της σχέσεις.

«Συμβολικά» αντίποινα

Αναλυτές εκτιμούν ότι τα μέτρα του Πεκίνου έχουν περισσότερο πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα παρά ουσιαστικές οικονομικές συνέπειες. Οι περισσότερες από τις αμερικανικές επιχειρήσεις που μπήκαν στο στόχαστρο έχουν περιορισμένη ή και μηδαμινή επιχειρηματική παρουσία στην κινεζική αγορά, γεγονός που μειώνει τον πραγματικό αντίκτυπο των περιορισμών.

Αναλυτές μιλούν για χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το Πεκίνο επιλέγει να απαντά σε σχετικά ήπιες αμερικανικές κινήσεις, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να διατηρήσει σταθερές τις συνολικές διμερείς σχέσεις, με δεδομένο και ότι η πρόσφατη σύνοδος μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ συνέβαλε στην αποκλιμάκωση της έντασης και στη δημιουργία πιο θετικού κλίματος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Διευρύνεται η έννοια της «εθνικής ασφάλειας»

Η τελευταία παρέμβαση του Πενταγώνου δείχνει επίσης πόσο έχει διευρυνθεί πλέον η αμερικανική αντίληψη περί εθνικής ασφάλειας. Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζει πλέον τον έλεγχο μόνο στις παραδοσιακές αμυντικές βιομηχανίες, αλλά επεκτείνει τις ανησυχίες της σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα ηλεκτρονικά ευρείας κατανάλωσης, η βιοτεχνολογία και η αυτοκινητοβιομηχανία.

Αρκετές κινεζικές εταιρείες έχουν ήδη αμφισβητήσει δικαστικά την ένταξή τους στη λίστα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Xiaomi, η οποία το 2021 πέτυχε, μέσω των αμερικανικών δικαστηρίων, την αφαίρεσή της από τον σχετικό κατάλογο.

Η τελευταία ανταλλαγή μέτρων δείχνει ότι, παρά το πιο ήπιο κλίμα που επικρατεί μετά τις πρόσφατες επαφές Ουάσιγκτον και Πεκίνου, ο εμπορικός και τεχνολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων παραμένει ενεργός και συνεχίζει να επεκτείνεται σε ολοένα περισσότερους στρατηγικούς τομείς.

Διαβαστε επισης