Έλλειμμα 1,807 δισ. ευρώ στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών με την Τουρκία κατέγραψε η Ελλάδα το 2025, καθώς οι εισαγωγές από τη γειτονική χώρα αυξήθηκαν κατά 3,76%, στα 2,844 δισ. ευρώ, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές υποχώρησαν κατά 6,6%, στο 1,037 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, το απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε στα 950 εκατ. ευρώ, από 762 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία μειώθηκαν στα 160 εκατ. ευρώ, από 183 εκατ. ευρώ. Αντίβαρο στην ανισορροπία του εμπορίου αγαθών αποτελεί το πλεόνασμα στις υπηρεσίες, το οποίο έφθασε τα 586 εκατ. ευρώ, καθώς και η αύξηση κατά 23% των αφίξεων Τούρκων επισκεπτών στην Ελλάδα.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση 2025 του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στην Άγκυρα και αποτυπώνουν τις διαφορετικές τάσεις που χαρακτηρίζουν τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών: διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος στα αγαθά, ενίσχυση της τουρκικής επενδυτικής παρουσίας στην Ελλάδα και αυξημένες τουριστικές ροές, παράλληλα με τις δυνατότητες συνεργασίας σε βιομηχανία, ενέργεια, μεταφορές και υπηρεσίες.
Διευρύνεται η απόσταση στο εμπόριο αγαθών
Το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών παραμένει μία από τις βασικές εστίες ανισορροπίας στις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Το 2025, οι ελληνικές εισαγωγές αγαθών από την Τουρκία, εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, ανήλθαν σε 2,844 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,76% σε σύγκριση με το 2024.
Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές προς την τουρκική αγορά υποχώρησαν κατά 6,6%, στα 1,037 δισ. ευρώ. Η ταυτόχρονη αύξηση των εισαγωγών και η μείωση των εξαγωγών οδήγησαν το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών στα 1,807 δισ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία ενίσχυσης της ελληνικής εξαγωγικής παρουσίας σε μια γειτονική αγορά με σημαντικό βιομηχανικό και καταναλωτικό μέγεθος. Παράλληλα, η έκθεση εντοπίζει συγκεκριμένους κλάδους στους οποίους υπάρχουν περιθώρια αύξησης των ελληνικών πωλήσεων, από τα φάρμακα και το βαμβάκι έως τα βιομηχανικά προϊόντα, τα δομικά υλικά και τα τρόφιμα.
Ένας ακόμη παράγοντας που καταγράφεται είναι η εξέλιξη της ενεργειακής και διυλιστηριακής δραστηριότητας στην Τουρκία. Η λειτουργία του διυλιστηρίου Star στη Σμύρνη και οι ευρύτερες ενεργειακές επενδύσεις στη χώρα ενδέχεται να περιορίσουν τα επόμενα χρόνια τις ελληνικές εξαγωγές πετρελαιοειδών προς την τουρκική αγορά, σύμφωνα με την έκθεση.
Πλεόνασμα 586 εκατ. ευρώ στις υπηρεσίες
Διαφορετική είναι η εικόνα στο ισοζύγιο υπηρεσιών, όπου η Ελλάδα διατηρεί πλεονεκτική θέση. Το 2025, οι εισπράξεις από υπηρεσίες διαμορφώθηκαν σε 1,164 δισ. ευρώ, ενώ οι πληρωμές ανήλθαν σε 578 εκατ. ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν πλεόνασμα 586 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος που περιλαμβάνονται στην έκθεση.
Η θετική συμβολή των υπηρεσιών περιορίζει εν μέρει την αρνητική επίδραση του ελλείμματος στο εμπόριο αγαθών. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο τουρισμός, καθώς οι μετακινήσεις μεταξύ των δύο χωρών ενισχύονται, ενώ αναπτύσσεται παράλληλα η ζήτηση για ακτοπλοϊκές συνδέσεις και άλλες υπηρεσίες θαλάσσιου τουρισμού.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η οικονομική σχέση των δύο χωρών δεν περιορίζεται στις εμπορευματικές συναλλαγές, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύτερο πεδίο υπηρεσιών, στο οποίο η Ελλάδα καταγράφει καθαρό πλεόνασμα.
Στα 950 εκατ. ευρώ το απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόκλιση στις επενδυτικές θέσεις των δύο χωρών. Το απόθεμα των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 σε 950 εκατ. ευρώ, από 762 εκατ. ευρώ το 2024 και μόλις 104 εκατ. ευρώ το 2021.
Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκαν οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία. Το αντίστοιχο απόθεμα υποχώρησε στα 160 εκατ. ευρώ το 2025, έναντι 183 εκατ. ευρώ το 2024 και 345 εκατ. ευρώ το 2021.
Σε επίπεδο ετήσιων επενδυτικών ροών, οι τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν σε 237 εκατ. ευρώ το 2025, από 298 εκατ. ευρώ το 2024. Οι ελληνικές επενδυτικές ροές προς την Τουρκία περιορίστηκαν στα 13 εκατ. ευρώ, μετά τις ροές των 14 εκατ. ευρώ που είχαν καταγραφεί τόσο το 2023 όσο και το 2024.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν δύο διαφορετικές τάσεις: από τη μία πλευρά, αυξημένη συσσώρευση τουρκικών επενδύσεων στην ελληνική οικονομία σε βάθος χρόνου και, από την άλλη, υποχώρηση του αποθέματος ελληνικών επενδύσεων στην τουρκική αγορά. Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι απουσιάζει η ελληνική επιχειρηματική παρουσία στην Τουρκία, καθώς ελληνικές εταιρείες εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται σε αρκετούς παραγωγικούς κλάδους.
Ακίνητα, Golden Visa και τουριστικές υποδομές
Κεντρική θέση στις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα καταλαμβάνει η αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με την έκθεση, οι αγορές ακινήτων από Τούρκους υπηκόους ανήλθαν το 2025 σε 214 εκατ. ευρώ, επί συνολικών τουρκικών επενδυτικών ροών 237 εκατ. ευρώ.
Οι Τούρκοι επενδυτές βρίσκονται, επίσης, στη δεύτερη θέση μεταξύ των αιτούντων Golden Visa, μετά τους Κινέζους. Το ενδιαφέρον εστιάζεται σε κατοικίες και τουριστικά ακίνητα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Κυκλάδες, τα Δωδεκάνησα και τα Ιόνια νησιά.
Πέρα από τα ακίνητα, το Γραφείο ΟΕΥ καταγράφει ενδιαφέρον για τουριστικές εγκαταστάσεις, μαρίνες, λιμενικές υποδομές, αεροδρόμια και βιομηχανικές δραστηριότητες. Στα παραδείγματα που αναφέρονται περιλαμβάνονται τουριστικό έργο στη Χίο, επένδυση σε μαρίνα στη Μυτιλήνη, δραστηριότητα στον τομέα των αεροδρομίων στη Σάμο και βιομηχανική εγκατάσταση πλαστικών στην Κέρκυρα.
Στον κλάδο του λιανεμπορίου και της μόδας, η έκθεση αναφέρεται στην παρουσία της τουρκικής εταιρείας Vakko στην Αθήνα, καθώς και στο ενδιαφέρον επιχειρήσεων του κλάδου για αντίστοιχες κινήσεις στην ελληνική αγορά. Πρόσθετα πεδία συνεργασίας αποτελούν οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις, το yachting και η κρουαζιέρα.
Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα, σε σύγκριση με την Τουρκία, λειτουργεί ως σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για την προσέλκυση περισσότερων τουρκικών παραγωγικών επενδύσεων. Το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την παραγωγή και επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τα περιθώρια εγκατάστασης ή επέκτασης βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Η ελληνική επιχειρηματική παρουσία στην Τουρκία
Παρά τη μείωση του αποθέματος ελληνικών επενδύσεων, αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις διατηρούν παρουσία στην τουρκική αγορά. Οι δραστηριότητές τους καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα κλάδων, από τα δομικά υλικά, τα τρόφιμα και τα πλαστικά έως το αλουμίνιο, τον εξοπλισμό, την ένδυση και την ψυχαγωγία.
Στις εταιρείες που καταγράφονται στην έκθεση περιλαμβάνονται οι ΤΙΤΑΝ, Chipita, Ελληνικοί Λευκόλιθοι, Πλαστικά Κρήτης, Πλαστικά Θράκης, Palaplast, Alumil, Isomat, Eurodrip, Kleemann, Fourlis/Intersport, Καρέλια και Intralot.
Οι συνθήκες λειτουργίας δεν είναι ίδιες για όλες τις επιχειρήσεις. Οι εταιρείες που εξάγουν προϊόντα στην Τουρκία μπορούν να επωφεληθούν από την υποτίμηση της τουρκικής λίρας, καθώς οι τιμές των προϊόντων τους γίνονται πιο ανταγωνιστικές στην τοπική αγορά. Αντίθετα, επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες αντιμετωπίζουν διαφορετικές πιέσεις στο κόστος τους.
Παράλληλα, το υψηλό κόστος δανεισμού στην Τουρκία καταγράφεται ως παράγοντας που δυσχεραίνει την υλοποίηση νέων επενδύσεων. Το περιβάλλον αυτό επηρεάζει τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων, ιδίως όσων χρειάζονται σημαντική χρηματοδότηση για να επεκτείνουν παραγωγικές εγκαταστάσεις ή να αναπτύξουν νέα έργα.
Άνοδος 23% στις αφίξεις Τούρκων τουριστών στην Ελλάδα
Ισχυρή αύξηση σημείωσαν το 2025 οι τουριστικές αφίξεις από την Τουρκία προς την Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι Τούρκοι επισκέπτες ανήλθαν σε 1.497.465, καταγράφοντας άνοδο 23% σε σύγκριση με το 2024.
Αντίστοιχα, οι αφίξεις Ελλήνων στην Τουρκία διαμορφώθηκαν σε 563.975, αυξημένες κατά 2,5% σε ετήσια βάση. Η διαφορά στην αύξηση των τουριστικών ροών αποτυπώνει την ισχυρότερη δυναμική των επισκέψεων από την Τουρκία προς την Ελλάδα κατά το συγκεκριμένο έτος.
Σύμφωνα με την έκθεση, στην αύξηση συνέβαλαν το πρόγραμμα χορήγησης θεωρήσεων για επισκέψεις σε ελληνικά νησιά, οι νέες αεροπορικές συνδέσεις μεταξύ των δύο χωρών και η αύξηση του κόστους του τουριστικού προϊόντος στην Τουρκία εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων.
Ανοδική πορεία κατέγραψε και η επιβατική κίνηση στις ακτοπλοϊκές συνδέσεις Ελλάδας – Τουρκίας. Η κίνηση ανήλθε περίπου σε 1,15 εκατ. επιβάτες τόσο το 2024 όσο και το 2025, έναντι 804.000 το 2023. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη σημασία των θαλάσσιων μεταφορών και δημιουργεί περιθώρια ανάπτυξης για μαρίνες και άλλες υπηρεσίες θαλάσσιου τουρισμού.
Φάρμακα: Εξαγωγές 94,1 εκατ. ευρώ προς την Τουρκία το 2024
Σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης της ελληνικής εξαγωγικής παρουσίας εντοπίζονται στον φαρμακευτικό κλάδο. Σύμφωνα με την έκθεση, τα φαρμακευτικά προϊόντα αποτελούν το δεύτερο σε αξία εξαγώγιμο προϊόν της Ελλάδας διεθνώς, αντιπροσωπεύοντας το 6% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών. Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει παρουσία σε 150 χώρες.
Οι εξαγωγές ελληνικών φαρμάκων προς την Τουρκία ακολούθησαν σημαντικά ανοδική πορεία: από 20 εκατ. ευρώ το 2020 αυξήθηκαν σε 40 εκατ. ευρώ το 2021 και 73 εκατ. ευρώ το 2022. Το 2023 διαμορφώθηκαν σε 78,5 εκατ. ευρώ και το 2024 ανήλθαν σε 94,1 εκατ. ευρώ.
Παρά τη διεύρυνση των εξαγωγών, η πρόσβαση στην τουρκική αγορά εξακολουθεί να συνοδεύεται από δυσκολίες. Η έκθεση αναφέρεται στις διαδικασίες πιστοποίησης, στις καθυστερήσεις εισαγωγής φαρμακευτικών προϊόντων και στους περιορισμούς που συνδέονται με την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, καταγράφει δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ φαρμακοβιομηχανιών των δύο χωρών στην έρευνα και ανάπτυξη, με στόχο την αξιοποίηση τεχνογνωσίας και την ανάπτυξη νέων προϊόντων.
Το ελληνικό βαμβάκι καλύπτει τις ανάγκες της τουρκικής κλωστοϋφαντουργίας
Η Τουρκία αποτελεί σημαντικό προορισμό για το ελληνικό βαμβάκι, καθώς η εγχώρια κλωστοϋφαντουργία και νηματουργία δημιουργούν ισχυρή ζήτηση για την πρώτη ύλη. Σύμφωνα με την έκθεση, η τουρκική αγορά απορροφά περίπου το 75% της ελληνικής παραγωγής, δηλαδή από 200.000 έως 270.000 τόνους ετησίως.
Το βαμβάκι κατατάχθηκε το 2025 στην τέταρτη θέση μεταξύ των ελληνικών εξαγωγικών προϊόντων προς την Τουρκία ως προς την αξία, η οποία ανήλθε σε 137,5 εκατ. ευρώ. Η θέση του προϊόντος υπογραμμίζει τη σημασία της τουρκικής βιομηχανίας για τη διάθεση της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, αλλά και την εξάρτηση ενός σημαντικού εξαγωγικού κλάδου από τη ζήτηση της γειτονικής χώρας.
Πέρα από το βαμβάκι, πεδία εξαγωγικού ενδιαφέροντος αποτελούν τα φύλλα αλουμινίου και οι σωλήνες χαλκού, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ενδιάμεσα προϊόντα στη βιομηχανία, καθώς και τα τεχνουργήματα μαρμάρου και τσιμέντου, τα χημικά προϊόντα, τα βερνίκια και άλλες πρώτες ύλες που αξιοποιούνται στις κατασκευές και στην αυτοκινητοβιομηχανία.
Τρόφιμα, ενέργεια και πράσινες τεχνολογίες
Η έκθεση εντοπίζει επίσης περιθώρια αύξησης των ελληνικών εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών προς την Τουρκία. Μεταξύ των προϊόντων που εξετάζονται περιλαμβάνονται το ελαιόλαδο, τα τυροκομικά, οι επιτραπέζιες ελιές, το μέλι και τα φρούτα.
Παρά τις δυνατότητες αυτές, οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων της ευρείας κατηγορίας τροφίμων προς την τουρκική αγορά παραμένουν περιορισμένες. Στα εμπόδια πρόσβασης περιλαμβάνονται οι δασμολογικές επιβαρύνσεις, οι τεχνικές απαιτήσεις και οι διοικητικές διαδικασίες, οι οποίες επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα και την ευκολία εισόδου των ελληνικών προϊόντων.
Πέρα από το εμπόριο, η έκθεση καταγράφει δυνατότητες συνεργασίας στην ενέργεια, στην πράσινη τεχνολογία, στην κυκλική οικονομία, στη διαχείριση αποβλήτων, στην επεξεργασία υδάτων και στην αφαλάτωση. Στα πεδία δυνητικών επενδυτικών συνεργειών περιλαμβάνονται ακόμη τα logistics, οι συνδυασμένες μεταφορές και η συμμετοχή ελληνικών και τουρκικών επιχειρήσεων σε κατασκευαστικά έργα τρίτων χωρών.
Στόχος για διμερές εμπόριο 10 δισ. δολαρίων έως το 2030
Ελλάδα και Τουρκία έχουν θέσει ως στόχο τον διπλασιασμό των διμερών εμπορικών ροών στα 10 δισ. δολάρια έως το 2030, από περίπου 5 δισ. δολάρια το 2024. Η επίτευξη του στόχου προϋποθέτει ενίσχυση των συναλλαγών και αξιοποίηση των δυνατοτήτων συνεργασίας σε κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση αναφέρεται στη συνεργασία μεταξύ επιχειρηματικών φορέων, στην αναζήτηση νέων αγορών και στη διερεύνηση νέων πεδίων επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μεταξύ των θεσμικών εργαλείων που καταγράφονται περιλαμβάνονται το Επιχειρηματικό Συμβούλιο Ελλάδας – Τουρκίας, το οποίο συστάθηκε το 2024, καθώς και η συνεργασία μεταξύ της Enterprise Greece και της Invest Türkiye για την προώθηση κοινών δράσεων εξωστρέφειας.
Τα στοιχεία του 2025 αναδεικνύουν, πάντως, την απόσταση ανάμεσα στον στόχο διεύρυνσης του διμερούς εμπορίου και στην υφιστάμενη διάρθρωση των συναλλαγών. Το έλλειμμα των 1,807 δισ. ευρώ στα αγαθά, η υποχώρηση των ελληνικών εξαγωγών προς την Τουρκία και η πτώση του αποθέματος των ελληνικών επενδύσεων στη γειτονική χώρα αποτελούν τις βασικές προκλήσεις. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των τουρκικών επενδύσεων στην Ελλάδα, το πλεόνασμα στις υπηρεσίες, η ενίσχυση του τουρισμού και οι εξαγωγικές δυνατότητες σε φάρμακα, βαμβάκι και βιομηχανικά προϊόντα διαμορφώνουν πεδία για περαιτέρω οικονομική συνεργασία.