Οικονομία

ΕΕ στη G20: «Εμείς πληρώνουμε το μάρμαρο» της πολιτικής των ΗΠΑ


Η Ευρώπη αμφισβητεί πλέον ανοιχτά την οικονομική στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ, την ώρα που η Ουάσιγκτον επιχειρεί να παρουσιάσει την αμερικανική οικονομία ως πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο.

Η σύνοδος των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών της G20 στη Βόρεια Καρολίνα αποκάλυψε τις αυξανόμενες διαφωνίες μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους για τους δασμούς, τον πόλεμο με το Ιράν, την ενέργεια και τη λειτουργία του διεθνούς εμπορικού συστήματος.

Σχεδόν κάθε συνεδρίαση ξεκινούσε με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να εξυμνεί τις επιδόσεις της οικονομίας των ΗΠΑ και να καλεί τις άλλες χώρες να ακολουθήσουν την αμερικανική συνταγή. Η εικόνα που μεταφέρθηκε, όμως, από τους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους ήταν διαφορετική:

Οι πολιτικές της Ουάσιγκτον δημιουργούν νέες εστίες αβεβαιότητας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβαρύνουν άμεσα τις οικονομίες μας

Στο επίκεντρο βρέθηκε ο πόλεμος με το Ιράν, που έχει διαταράξει τις αγορές ενέργειας και τις θαλάσσιες μεταφορές, αλλά και η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων με τον Καναδά. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έθεσαν επίσης το ζήτημα της απόφασης του Μπέσεντ να χρησιμοποιήσει αμερικανικές τοποθετήσεις σε ευρώ για να στηρίξει το ιαπωνικό γεν, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των ευρωπαϊκών αρχών.

Η γεωοικονομία της παρέμβασης στο γεν: Πώς αλλάζουν οι ισορροπίες

Η συζήτηση στο G20 ανέδειξε έτσι μια ευρύτερη αντίφαση. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αναπτύσσονται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, αλλά η πολιτική που παρουσιάζει η Ουάσιγκτον ως κινητήρα της αμερικανικής ισχύος, θεωρείται από τους εταίρους της πηγή αστάθειας για την παγκόσμια οικονομία.

Ευρώπη: δασμοί και αβεβαιότητα φρενάρουν την ανάπτυξη

Ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ υποστήριξε ότι οι εμπορικές συγκρούσεις που προκαλούν οι ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και με τον Καναδά, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στο διεθνές εμπόριο και τελικά πλήττουν όλες τις πλευρές.

Για την Ευρώπη οι αμερικανικοί δασμοί προστίθενται σε ένα ήδη δύσκολο περιβάλλον. Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και τον ανταγωνισμό από την Κίνα, την ώρα που η εμπορική σχέση με τις ΗΠΑ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι η αμερικανική οικονομία θα αναπτυχθεί φέτος με ρυθμό υπερδιπλάσιο εκείνου της Ευρωζώνης και του Καναδά. Ωστόσο, το ίδιο το Ταμείο έχει επισημάνει ότι ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη επιβαρύνει την παγκόσμια ανάπτυξη. Για τη Γερμανία, οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ο πόλεμος και οι αμερικανικοί δασμοί περιορίζουν τη δυναμική μιας οικονομίας που επιχειρεί να αφήσει πίσω της την παρατεταμένη στασιμότητα.

Η διαφορά δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική και αναπτυξιακή. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει μειώσει τα ρυθμιστικά εμπόδια για τις επιχειρήσεις, έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη και έχει ενισχύσει την παραγωγή ορυκτών καυσίμων. Η Ευρώπη κινείται πιο προσεκτικά στην απορρύθμιση και επιμένει στην ενεργειακή μετάβαση προς τις ανανεώσιμες πηγές, ενώ παράλληλα προσπαθεί να δημιουργήσει δικό της τεχνολογικό οικοσύστημα, ώστε να περιορίσει την εξάρτησή της τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από την Κίνα.

Η ευρωπαϊκή ένσταση για το ευρώ

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αντίδραση Ευρωπαίων αξιωματούχων στην αμερικανική νομισματική παρέμβαση υπέρ της Ιαπωνίας.

Ο Μπέσεντ χρησιμοποίησε αμερικανικές τοποθετήσεις σε ευρώ στο πλαίσιο της προσπάθειας στήριξης του γεν. Η κίνηση είχε άμεση επίπτωση στην ισοτιμία του ευρωπαϊκού νομίσματος, καθώς η πώληση ευρώ ασκούσε καθοδική πίεση στο νόμισμα της Ευρωζώνης, ενώ παράλληλα ενίσχυε την αξία του δολαρίου.

USD/JPY: Γιατί οι ΗΠΑ βοηθούν την Ιαπωνία να στηρίξει το γεν

Το γεγονός ότι η Ευρώπη δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων προκάλεσε ενόχληση στη G20. Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, δήλωσε ότι η αμερικανική πλευρά αντιλήφθηκε πλέον γιατί οι Ευρωπαίοι δεν αντιμετώπισαν θετικά την απουσία προηγούμενου συντονισμού.

Για την Ευρωζώνη το ζήτημα ξεπερνά μια μεμονωμένη συναλλαγματική παρέμβαση. Αφορά το κατά πόσο οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να λαμβάνουν αποφάσεις με σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τους βασικούς οικονομικούς εταίρους τους.

Η Κίνα στο άλλο μέτωπο

Οι Ευρωπαίοι δεν στράφηκαν μόνο κατά της αμερικανικής πολιτικής. Στη G20 ανέδειξαν και την πίεση που δημιουργεί η κινεζική εξαγωγική επέλαση, με κρατικά επιδοτούμενα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και άλλα βιομηχανικά προϊόντα να διοχετεύονται στις πλούσιες αγορές.

Η Κίνα χτίζει επιρροή, οι ΗΠΑ χάνουν συμμάχους

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πηγές πίεσης. Από τη μία, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν δασμούς και εμπορικές απειλές, ακόμη και απέναντι σε παραδοσιακούς συμμάχους. Από την άλλη, η Κίνα αξιοποιεί την τεράστια παραγωγική της δυναμικότητα και τις επιδοτήσεις για να ενισχύσει την παρουσία της στις διεθνείς αγορές.

Ο Κλίνγκμπαϊλ περιέγραψε την κατάσταση ως ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα λειτουργεί ως «δηλητήριο» για την ανάπτυξη. Ο πόλεμος στο Ιράν, οι εμπορικές διαμάχες με τις ΗΠΑ και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού από την Κίνα, όπως είπε, δημιουργούν ένα συνολικό κλίμα αστάθειας.

Για την ΕΕ, η πρόκληση είναι διπλή: να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση, χωρίς να οδηγηθεί σε ανεξέλεγκτη εμπορική σύγκρουση με την Κίνα και, ταυτόχρονα, να διατηρήσει τη διατλαντική οικονομική σχέση παρά τις πιέσεις της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής.

Η ανοιχτή σύγκρουση με τον Καναδά

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας έντασης μεταξύ Ουάσιγκτον και συμμάχων της ήταν ο Καναδάς. Ο Μπέσεντ εμφανίστηκε ιδιαίτερα απαξιωτικός απέναντι στην καναδική δυνατότητα να απαντήσει στους αμερικανικούς δασμούς, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει «οφθαλμός αντί οφθαλμού» μεταξύ δύο οικονομιών με τόσο διαφορετικό μέγεθος.

Η απάντηση του Καναδά ήταν άμεση. Ο υπουργός Οικονομικών Φρανσουά-Φιλίπ Σαμπάν δήλωσε, πριν από τη συνάντησή του με τον Μπέσεντ, ότι η κυβέρνησή του θα υπερασπιστεί τους εργαζομένους και τη βιομηχανία της χώρας.

Το επεισόδιο έχει σημασία και για την Ευρώπη, επειδή δείχνει ότι η εμπορική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ δεν περιορίζεται σε αντιπαραθέσεις με την Κίνα. Η ίδια λογική εφαρμόζεται και απέναντι σε παραδοσιακούς συμμάχους, γεγονός που αυξάνει τον προβληματισμό για το μέλλον της διατλαντικής οικονομικής σχέσης.

Διαβαστε επισης