Οικονομία

ΕΕ: Η ακτινογραφία του ελληνικού φορολογικού συστήματος


Η ετήσια έκθεση για τη φορολογία (Annual Report on Taxation 2026) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξαίρει την Ελλάδα για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της φορολογικής της διοίκησης. Η Κομισιόν καταγράφει περίπου 50 μεγάλες αλλαγές και τομές, τοποθετώντας την Ελλάδα ανάμεσα στις πέντε χώρες με τον μεγαλύτερο αριθμό φορολογικών μεταρρυθμίσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την περίοδο 2020-2025.

Στις βασικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη φορολογική συμμόρφωση, διευκολύνουν τους ελέγχους και περιορίζουν τη φοροδιαφυγή περιλαμβάνονται:

  • Η πλατφόρμα myDATA

  • Η διασύνδεση με τα POS

  • Η ηλεκτρονική τιμολόγηση

  • Οι προσυμπληρωμένες δηλώσεις

  • Η γενικότερη ψηφιοποίηση των διαδικασιών

2. Το Διοικητικό Βάρος και η Ανάγκη για Λογιστή

Παρά την ψηφιακή πρόοδο της ΑΑΔΕ, η φορολογική συμμόρφωση έχει καταστεί δύσκολη και δαπανηρή. Το διοικητικό βάρος των 50 ψηφιακών αλλαγών επωμίζονται κυρίως οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες. Οι νέες υποχρεώσεις (όπως η ηλεκτρονική τιμολόγηση και η διαβίβαση στοιχείων σε πραγματικό χρόνο) αυξάνουν το κόστος συμμόρφωσης, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις με λογιστικά και τεχνολογικά έξοδα. Επιπλέον, οι συχνές αλλαγές στη φορολογική νομοθεσία αυξάνουν την πολυπλοκότητα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου που επικαλείται η έκθεση, σχεδόν 1 στους 5 φορολογουμένους στην Ελλάδα (ποσοστό 18%) χρειάζεται πλέον επαγγελματική υποστήριξη από λογιστή για την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (8%).

Στην κατάταξη της προσφυγής σε λογιστική βοήθεια, η ΕΕ παρουσιάζει την εξής εικόνα:

  1. Ιταλία: 25% (Πρωταθλήτρια)

  2. Σλοβακία: 19%

  3. Ελλάδα: 18%

  4. Τσεχία: 15%

3. Η Φορολογική Επιβάρυνση της Εργασίας έως το 2024

Μέχρι το 2024 (και παρά τις μειώσεις άμεσων φόρων που είχαν ήδη μεσολαβήσει), η Ελλάδα κατείχε την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στην εργασία εντός της ΕΕ. Συγκεκριμένα, για κάθε 100 ευρώ που κόστιζε ένας εργαζόμενος σε μια επιχείρηση, τα 45 ευρώ κατέληγαν στο κράτος υπό μορφή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Η έκθεση δείχνει ότι ο μισθωτός στην Ελλάδα είχε τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην ΕΕ, καθώς ο Έμμεσος Φορολογικός Συντελεστής (Implicit Tax Rate - ITR) άγγιζε το 44,8% των αποδοχών του. Κατά τη δεκαετία 2014-2024, ο δείκτης αυτός στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες (τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ), την ίδια στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχωρούσε στο 37,1%.

Συγκριτικά, ο δείκτης ITR διαμορφώνεται ως εξής:

  • Ελλάδα: 44,8%

  • Ιταλία: 43,9%

  • Βέλγιο: 40,7%

  • Μάλτα: 24,4% (Η χαμηλότερη επιβάρυνση στην ΕΕ)

Το υψηλό αυτό βάρος αποδίδεται στον συνδυασμό φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών, γεγονός που μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και αυξάνει το κόστος απασχόλησης. Παράλληλα, δημιουργούνται ισχυρά φορολογικά αντικίνητρα για την είσοδο στην αγορά εργασίας και την αύξηση του εισοδήματος, καθώς οι φόροι, οι εισφορές και ο περιορισμός ορισμένων κοινωνικών παροχών ψαλιδίζουν το τελικό οικονομικό όφελος από την εργασία.

Σημείωση για το παρόν (2026): Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνουν την κατάσταση του 2024. Η εικόνα αυτή ενδέχεται να έχει αλλάξει σήμερα, καθώς από την 1η Ιανουαρίου 2026 τέθηκε σε εφαρμογή στην Ελλάδα μια νέα φορολογική κλίμακα, η οποία φέρνει μεγάλες μειώσεις φόρων στους μισθούς των νέων και των γονέων με παιδιά. Αυτός είναι και ο λόγος που το Υπουργείο Οικονομικών εστιάζει στις μειώσεις των άμεσων φόρων αντί των έμμεσων.

4. Το Μείγμα των Φορολογικών Εσόδων και ο ΦΠΑ

Η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της ΕΕ όσον αφορά τα έσοδα από την κατανάλωση. Το 37,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας προέρχεται από εισπράξεις ΦΠΑ και έμμεσους φόρους κατανάλωσης.

Στην κατάταξη των εσόδων από έμμεσους φόρους και ΦΠΑ, η Ελλάδα κατέχει την 6η υψηλότερη θέση:

  1. Κροατία (HR): 48,1%

  2. Βουλγαρία (BG): 42,8%

  3. Ουγγαρία (HU): 38,6%

  4. Εσθονία (EE): 38,5%

  5. Λετονία (LV): 38,3%

  6. Ελλάδα (GR): 37,8%

Η Κομισιόν καταγράφει στην Ελλάδα τη μεγαλύτερη αύξηση του μεριδίου του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα κατά την τελευταία δεκαετία (+3,1 ποσοστιαίες μονάδες). Επιπλέον, η χώρα κατέχει την πρώτη θέση στην ΕΕ στα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους, οι οποίοι αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ.

Αυτή η υπερφόρτωση των έμμεσων φόρων αποτυπώνει τρεις συγκεκριμένους παράγοντες:

  1. Δραστική μείωση της φοροδιαφυγής: Μείωση του κενού είσπραξης ΦΠΑ (VAT GAP), που σημαίνει ότι το δημόσιο εισπράττει φόρους που παλαιότερα έχανε.

  2. Κύμα ακρίβειας: Οι ανατιμήσεις και ο πληθωρισμός αυξάνουν αυτόματα τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους.

  3. Τουρισμός: Η Ελλάδα δέχεται περίπου 40 εκατομμύρια τουρίστες ετησίως, με αποτέλεσμα οι εισπράξεις ΦΠΑ να ενσωματώνουν σε μεγάλο βαθμό αυτή την «εισαγόμενη» κατανάλωση.

Παράλληλα, παρατηρείται μια γενικότερη μετατόπιση της φορολογικής βάσης προς τους έμμεσους φόρους, ως αποτέλεσμα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής αλλά και της ταυτόχρονης μείωσης των άμεσων φόρων.

5. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα στο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο

Η Ελλάδα διαφοροποιείται έντονα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες (εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών) λόγω δύο βασικών χαρακτηριστικών:

  • Κατέγραψε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων στην ΕΕ27 τόσο μεταξύ 1980 και 2008-09 όσο και μεταξύ 2008-09 και 2025-26 (-20% και -45% αντίστοιχα).

  • Ανήκει σε μια μικρή ομάδα χωρών που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση στον αριθμό των παιδιών ανά γυναίκα μεταξύ των γενεών των αρχών του '50 και των αρχών του '80, καθώς και την ταχύτερη αύξηση της μέσης ηλικίας τεκνογονίας (κατά πάνω από 5 έτη) μεταξύ των γυναικών που γεννήθηκαν το 1952 και εκείνων του 1982.

6. Συμπεράσματα & Κοινωνικοοικονομικές Επιπτώσεις

Σύμφωνα με την τελική τοποθέτηση του καθηγητή κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη, η εκ νέου κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 2008-2009 προκλήθηκε από τις μεταβολές στη γονιμότητα και την αύξηση της ηλικίας τεκνογονίας. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε από τη μαζική μετανάστευση μετά το 2010, η οποία περιόρισε ακόμη περισσότερο τον πληθυσμό των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία.

Από το 2005 και μετά, οι νεότερες γενιές (όσοι γεννήθηκαν μετά το 1980) βρίσκονται αντιμέτωπες με την απουσία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για τη δημιουργία οικογένειας. Παράγοντες όπως:

  • Η αύξηση της ανεργίας

  • Οι δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας

  • Η μείωση των πραγματικών εισοδημάτων

  • Η στεγαστική κρίση μετά το 2020 (κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα)

ενέτειναν το αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον, επηρεάζοντας αναπόφευκτα τόσο την απόφαση για δημιουργία οικογένειας όσο και την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών.

Διαβαστε επισης