Αχίλλειο πτέρνα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που είχε εκτιναχθεί στο 15% του ΑΕΠ προ δεκαπενταετίας και αποτέλεσε, μαζί με το δημοσιονομικό έλλειμμα, βασική αιτία της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας.
Κόντρα στο κυβερνητικό αφήγημα για την αύξηση των εξαγωγών σχεδόν κατά 40% την περίοδο 2019 - 2024, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει σε νέα ανάλυσή του ότι το πρόβλημα των ελληνικών εξαγωγών εντοπίζεται στην πολύ χαμηλή προστιθέμενη αξία τους: Για κάθε 1 ευρώ που εξάγεται, στην οικονομία μένει προστιθέμενη αξία μόλις 43 σεντς.
Η ανάλυση του ΔΝΤ αποκαλύπτει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας δεν οφείλεται πλέον στο Δημόσιο, αλλά σε μια ιδιωτική ανισορροπία αποταμίευσης-επενδύσεων και στη χαμηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία των εξαγωγών. Μάλιστα, η άρση των διαρθρωτικών εμποδίων στις επιχειρήσεις θα μπορούσε να αυξήσει την αύξηση των πραγματικών πωλήσεων κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες και να ενισχύσει την πιθανότητα εξαγωγικής δραστηριότητας κατά 7,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Μετά από μια μακρά περίοδο επώδυνης προσαρμογής, η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο το 2025 παραμένει το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη, τονίζει το Ταμείο, σημειώνοντας ότι το πρόβλημα έχει αλλάξει πλέον χαρακτήρα, μετατοπιζόμενο από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα.
Η ανισορροπία πέρασε από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα
Σε αντίθεση με την περίοδο πριν από την κρίση, όπου τα εξωτερικά ελλείμματα τροφοδοτούνταν από τις επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, η σημερινή εικόνα είναι ριζικά διαφορετική:
-
Δημοσιονομική Σταθερότητα: Το ισοζύγιο αποταμίευσης-επενδύσεων της Γενικής Κυβέρνησης έχει μετατοπιστεί σε πλεόνασμα. Παρά το υψηλό δημόσιο εξωτερικό χρέος, οι δαπάνες εξυπηρέτησης παραμένουν συγκρατημένες λόγω του μεγάλου μεριδίου επίσημου χρέους με χαμηλά επιτόκια και εξαιρετικά μακρές λήξεις.
-
Ιδιωτική Αποταμίευση: Η πρόσφατη διεύρυνση του ελλείμματος οδηγείται πλέον κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα, με το ισοζύγιο των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων να γίνεται αρνητικό λόγω των αυξημένων επενδύσεων (π.χ. έργα του Ταμείου Ανάκαμψης) που δεν συνοδεύονται από ανάλογη αποταμίευση.
-
Νοικοκυριά: Η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, καθώς το υψηλό κόστος ζωής για βασικές ανάγκες, όπως η στέγαση, η ενέργεια και τα τρόφιμα, περιορίζει την ικανότητά τους να αποταμιεύουν. Ταυτόχρονα, η αύξηση των πραγματικών μισθών υπήρξε περιορισμένη, γεγονός που συνάδει με την αδύναμη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.
Το παράδοξο των εξαγωγών: Υψηλοί όγκοι, χαμηλή αξία
Παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές έχουν σχεδόν διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, φτάνοντας περίπου το 40% το 2025 (κοντά στον μέσο όρο της ευρωζώνης), η συμβολή τους στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος είναι περιορισμένη.
Η ανάλυση του ΔΝΤ εντοπίζει μια κρίσιμη αδυναμία: οι εξαγωγές είναι... «κούφιες», καθώς αφήνουν πολύ μικρά οφέλη στην οικονομία. Το Ταμείο επισημαίνει τον χαμηλό πολλαπλασιαστή εγχώριας προστιθέμενης αξίας, ο οποίος ανέρχεται κατά μέσο όρο μόλις στο 0,43. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 1€ εξαγωγών, παράγονται μόνο περίπου 0,43€ εγχώριας προστιθέμενης αξίας, με το υπόλοιπο ποσό να διαρρέει στο εξωτερικό μέσω των εισαγωγών.
Τα χαρακτηριστικά των κυριότερων εξαγωγικών κλάδων καταδεικνύουν το πρόβλημα της συγκέντρωσης σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας:
-
Πετρελαιοειδή και μέταλλα: Αποτελούν κυρίαρχους κλάδους, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένοι σε δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.
-
Τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα: Διατηρούν μια σταθερή εξαγωγική ανάπτυξη που υποστηρίζεται από καθιερωμένα ελληνικά brands, αλλά και αυτοί οι κλάδοι ανήκουν σε τομείς σχετικά χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας.
-
Φάρμακα και ιατροτεχνολογικά προϊόντα: Αποτελούν δυναμικά ανερχόμενους τομείς, όμως προς το παρόν η συμβολή τους στη δημιουργία εγχώριας προστιθέμενης αξίας παραμένει περιορισμένη.
Τα 4 «αγκάθια» της επιχειρηματικότητας
Η έκθεση αξιοποιεί δεδομένα από την Παγκόσμια Τράπεζα (World Bank Enterprise Survey) για να αναδείξει τα δομικά εμπόδια που κρατούν τις ελληνικές επιχειρήσεις καθηλωμένες, επισημαίνοντας ότι πολλοί από τους σχετικούς δείκτες ξεπερνούν το 90ό εκατοστημόριο των χωρών της ΕΕ, δηλαδή είναι από τους χειρότερους στην Ευρώπη:
-
Ρυθμιστικά και διοικητικά βάρη: Η γραφειοκρατία και το κόστος συμμόρφωσης αυξάνουν το κόστος παραγωγής, εμποδίζουν την ικανότητα επέκτασης των επιχειρήσεων και λειτουργούν αποτρεπτικά για τη συμμετοχή τους στις εξαγωγές.
-
Άτυπος τομέας (παραοικονομία): Ο ανταγωνισμός από τις άτυπες επιχειρήσεις υπονομεύει την κερδοφορία των επίσημων επιχειρήσεων και λειτουργεί ως εμπόδιο στην εξωστρέφεια.
-
Έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού: Η έλλειψη διαθέσιμων δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό περιορίζει άμεσα τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.
-
Πρόσβαση στη χρηματοδότηση: Αποτελεί καίριο εμπόδιο που περιορίζει τη μεγέθυνση, με τις συνέπειες να είναι ιδιαίτερα έντονες για τις νεότερες επιχειρήσεις.
Οδικός χάρτης για την ανταγωνιστικότητα
Για τη θωράκιση της εξωτερικής θέσης της χώρας και τη μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο, το ΔΝΤ προτείνει έναν στοχευμένο συνδυασμό πολιτικών:
-
Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις: Απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, μείωση του κόστους συμμόρφωσης και βελτίωση της ρυθμιστικής ποιότητας, προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη παραγωγικών επιχειρήσεων.
-
Ενίσχυση δεξιοτήτων: Εφαρμογή πολιτικών για την άμβλυνση της έλλειψης δεξιοτήτων μέσω της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της διά βίου μάθησης, διευκολύνοντας τη μετάβαση σε δραστηριότητες υψηλότερης αξίας.
-
Συνετή δημοσιονομική πολιτική: Διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας για τη συγκράτηση των υπερβολικών πιέσεων στην εγχώρια ζήτηση και παράλληλη ανακατεύθυνση των δαπανών προς δημόσιες επενδύσεις που ευνοούν την ανάπτυξη.
-
Ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς της ΕΕ: Η προώθηση πρωτοβουλιών, όπως η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, θα συμβάλει καθοριστικά στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης και στην κινητοποίηση κεφαλαίων κινδύνου, παρακάμπτοντας την απουσία εγχώριων αποταμιεύσεων.