Τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν παύσει προ πολλού να αποτελούν αμιγώς περιβαλλοντικό ζήτημα, εξελισσόμενα σε μείζονα οικονομικό κίνδυνο με πιθανές σοβαρές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα, τη γεωργία, την ενέργεια, τις υποδομές και τα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση που δημοσίευσε τη Δευτέρα ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS, η Ελλάδα κατατάσσεται στις πλέον εκτεθειμένες ευρωπαϊκές οικονομίες απέναντι στην ακραία ζέστη και τις δασικές πυρκαγιές.
Ο διεθνής οίκος επισημαίνει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι συσσωρεύονται στην Ευρώπη, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες συνδυάζονται με εξαιρετικά ξηρές συνθήκες. Οι διαδοχικοί καύσωνες ενισχύουν την απειλή μιας παρατεταμένης ξηρασίας, οι οικονομικές συνέπειες της οποίας ενδέχεται να αποδειχθούν βαθύτερες και πιο επίμονες από εκείνες άλλων φυσικών καταστροφών.
Στην πρώτη πεντάδα της Ευρώπης για απώλειες παραγωγικότητας
Βάσει του κλιματικού σεναρίου SSP2-4.5, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση στην Ευρώπη όσον αφορά τις αναμενόμενες απώλειες παραγωγικότητας στη βιομηχανία και την οικονομία λόγω καυσώνων. Υψηλότερη έκθεση καταγράφουν μόνο η Μάλτα, η Ανδόρα, η Πορτογαλία και η Ισπανία.
Η εξέλιξη αυτή χτυπά «καμπανάκι» για την ελληνική οικονομία, καθώς βασικοί πυλώνες της βασίζονται στη χειρωνακτική εργασία και τη δραστηριότητα σε εξωτερικούς χώρους:
-
Κατασκευές: Άμεση επίδραση από τις υψηλές θερμοκρασίες.
-
Γεωργία: Μείωση των αποτελεσματικών ωρών εργασίας.
-
Τουρισμός: Πίεση στις υποδομές και την εργασιακή απόδοση.
Η μεθοδολογία της Morningstar DBRS αξιολογεί την απώλεια παραγωγικότητας με βάση την έκθεση των εργαζομένων σε συνδυασμό θερμοκρασίας και υγρασίας (δείκτης υγρού θερμομέτρου - wet-bulb index). Συνεπώς, το κόστος δεν περιορίζεται στις υλικές ζημιές, αλλά επεκτείνεται στη μείωση των ωρών αποτελεσματικής εργασίας και τη χαμηλότερη παραγωγή.
Υψηλός κίνδυνος για ζημιές από δασικές πυρκαγιές
Παράλληλα, η χώρα βρίσκεται στην πέμπτη θέση της Ευρώπης και όσον αφορά την έκθεση σε ζημιές από δασικές πυρκαγιές, πίσω από την Πορτογαλία, το Μαυροβούνιο, την Αλβανία και την Ισπανία.
Οι οικονομικές επιπτώσεις των πυρκαγιών δεν περιορίζονται πλέον σε αγροτικές ή δασικές εκτάσεις. Καθώς τα μέτωπα πλησιάζουν πυκνοκατοικημένες περιοχές, τουριστικές υποδομές, εμπορικές δραστηριότητες και μεταφορικά δίκτυα, μια φυσική καταστροφή μετατρέπεται ταχύτατα σε ευρύτερο οικονομικό σοκ.
Ο συνδυασμός των δύο φαινομένων δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Ένας ισχυρός καύσωνας αυξάνει τη ζήτηση για νερό και πιέζει τα δίκτυα, ενώ η ξηρασία προκαλεί μεγάλες πυρκαγιές. Όταν αυτές εκδηλωθούν, πλήττουν υποδομές και περιουσίες, επιβαρύνοντας ταυτόχρονα τα δημόσια οικονομικά με έκτακτες δαπάνες.
Μια μέση ξηρασία το 2035 θα μπορούσε να κοστίσει τουλάχιστον 35% περισσότερο από μια αντίστοιχη ξηρασία το 2025.
Η ξηρασία ως απειλή για το ΑΕΠ και την ενέργεια
Επικαλούμενη στοιχεία του ΟΟΣΑ, η έκθεση σημειώνει ότι περίπου το 40% του πλανήτη αντιμετωπίζει πλέον συχνές και έντονες ξηρασίες. Επιπλέον, μελέτη του ΔΝΤ δείχνει ότι μια ακραία ξηρασία μπορεί να μειώσει την αύξηση του ΑΕΠ κατά σχεδόν 1 ποσοστιαία μονάδα βραχυπρόθεσμα.
Οι παρενέργειες της ξηρασίας επεκτείνονται σε ολόκληρη την οικονομία:
-
Μεταφορές: Προβλήματα στις ποτάμιες μεταφορές εμπορευμάτων.
-
Ενέργεια: Περιορισμός της παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας.
-
Τιμές: Αύξηση του ενεργειακού κόστους λόγω μειωμένης προσφοράς.
Το κεντρικό συμπέρασμα της Morningstar DBRS είναι ξεκάθαρο: Η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον περιβαλλοντική επιλογή, αλλά άμεση προτεραιότητα οικονομικής πολιτικής. Ενώ οι ακραίες θερμοκρασίες επηρεάζουν ήδη τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη, η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα προετοιμασίας και θωράκισής της.