Οικονομία

Άτοκα μέχρι νεοτέρας τα δάνεια του νόμου Κατσέλη


Χωρίς επιβάρυνση με τόκους θα εξυπηρετούν οι δανειολήπτες για άγνωστο χρονικό διάστημα τα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με τον νόμο Κατσέλη, καθώς οι servicers έχουν αποφασίσει να μην εφαρμόσουν άμεσα την ιστορική απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αλλά να ζητήσουν από το Ανώτατο Δικαστήριο λεπτομερή ερμηνεία σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των τόκων.

Η διαδικασία που θα αρχίσουν οι servicers δεν είναι καθόλου βέβαιο ποια κατάληξη θα έχει και πότε, αλλά από την πλευρά των εταιρειών διαχείρισης δίνεται η διαβεβαίωση ότι για όσο χρόνο διαρκέσει αυτή η διαδικασία τα ρυθμισμένα δάνεια θα είναι άτοκα, δηλαδή οι δανειολήπτες θα πληρώνουν μόνο τη μηνιαία δόση που έχει ορίσει εξαρχής το δικαστήριο.

Σύμφωνα με πληροφορίες οι servicers οδηγήθηκαν στην απόφαση να ζητήσουν ερμηνεία από τον Άρειο Πάγο, κάτι που δεν συνηθίζεται, ιδιαίτερα σε αποφάσεις της Ολομέλειας, επειδή θέλουν να αποφύγουν τους νομικούς κινδύνους που θα απέρρεαν από κάθε εναλλακτική εφαρμογή της απόφασης.

Αν τα ρυθμισμένα δάνεια μείνουν ουσιαστικά άτοκα, δηλαδή με τον τόκο να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης, οι servicers φοβούνται ότι στο μέλλον μπορεί να αναζητηθούν ευθύνες για τις απώλειες από το Δημόσιο, που έχει εγγυηθεί τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή», στις οποίες έχουν ενσωματωθεί και δάνεια που ρυθμίσθηκαν με τον νόμο Κατσέλη. Ευθύνες θα μπορούσαν να αναζητήσουν σε αυτή την περίπτωση και τα ιδιωτικά funds που έχουν αγοράσει τιτλοποιημένα δάνεια.

Αντίθετα, αν οι servicers ακολουθήσουν την ερμηνεία της απόφασης του Αρείου Πάγου που δόθηκε από τους νομικούς του χρηματοπιστωτικού τομέα, δηλαδή επιβάλλουν τόκους σε ένα κεφάλαιο που θα αυξάνεται με το πέρασμα του χρόνου, φοβούνται ότι θα βρεθούν μπροστά αντιδράσεις και προσφυγές στη Δικαιοσύνη από δανειολήπτες και ενώσεις καταναλωτών.

Με αυτά τα δεδομένα, οι servicers έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν την τρίτη και ασφαλέστερη για αυτούς οδό, δηλαδή να ζητήσουν ερμηνεία της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Νομικοί, πάντως, εκτιμούν ο Άρειος Πάγος είναι πιθανό να απορρίψει το αίτημα αυτό, ενώ αν το δεχθεί η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί θα πάρει αρκετό χρόνο, δεδομένου ότι η ερμηνεία θα πρέπει να γίνει από την Ολομέλεια.

Το σενάριο των «φουσκωμένων» τόκων

Όπως έχει γράψει το Σin, νομικοί κύκλοι του χρηματοπιστωτικού τομέα επιχείρησαν τις προηγούμενες ημέρες να δώσουν στην απόφαση του Αρείου Πάγου μια ερμηνεία που θα οδηγούσε σε μεγάλη αύξηση των τόκων, σε σχέση με την ερμηνεία που δίνει η πλευρά των δανειοληπτών (τόκοι επί της κάθε δόσης), που μετατρέπει σε άτοκη, ουσιαστικά, την εξυπηρέτηση της ρύθμισης.

Οι χρηματοδοτικοί φορείς βρήκαν ένα νέο νομικό «παράθυρο», πατώντας στην παραδοσιακή εφαρμογή του Αστικού Κώδικα. Η επιχειρηματολογία τους μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Αφού ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά πάνω στο ποσό της μηνιαίας δόσης (π.χ. στα 500 ευρώ), τότε πρέπει να εφαρμόζεται σωρευτικά ο χρόνος που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης μέχρι την πληρωμή της εκάστοτε δόσης.

Η συνταγή αυτή δημιουργεί μια αριθμητική πρόοδο που οδηγεί στο φούσκωμα της επιβάρυνσης του δανειολήπτη:

  • Η 1η δόση θα επιβαρυνθεί με τόκο 1 μήνα. Η 100ή δόση, όμως, θα φορτωθεί με τόκο 100 μηνών, και η 240ή δόση (στο τέλος μιας εικοσαετούς ρύθμισης) θα φέρει τόκο 240 μηνών.
  • Στην πράξη, αν μια αρχική δόση 500 ευρώ με σταθερό επιτόκιο 3% έχει τον πρώτο μήνα μια ελάχιστη επιβάρυνση (π.χ. 1,25 ευρώ), στο τέλος της 20ετίας η δόση αυτή θα εκτιναχθεί στα 800 ευρώ.
  • Συνολικά, ο δανειολήπτης θα βρεθεί να πληρώνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε «κρυφούς» τόκους, τους οποίους πίστευε ότι είχε γλιτώσει.

Η συλλογιστική αυτή υποστηρίζεται ότι εδράζεται σε συγκεκριμένο χωρίο της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναφέρει ότι στην περίπτωση σταθερού επιτοκίου, ο υπολογισμός γίνεται «για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης». Και αν αυτό ισχύει για τις ρυθμίσεις με σταθερό επιτόκιο, δεν μπορεί παρά να ισχύει και για τις ρυθμίσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, άρα καταλαμβάνονται όλες οι ρυθμίσεις, κατά την άποψη των χρηματοδοτικών φορέων.

Αυτή η στενή ερμηνευτική προσέγγιση με βάση τον Αστικό Κώδικα δεν εξηγείται, βέβαια, πώς μπορεί να συνάδει με το πνεύμα της απόφασης του Αρείου Πάγου και τον κοινωνικό πυρήνα του Νόμου 3869/2010. Το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στηρίχθηκε στη διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: το δικαστήριο ορίζει την αρχική δόση με βάση τη «μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής». Αν το όριο ενός νοικοκυριού είναι τα 500 ευρώ, η σταδιακή επιβάρυνση της δόσης μέχρι τα 800 ευρώ αποτελεί ουσιαστικά ακύρωση της δικαστικής προστασίας.