Ένα σημαντικό βήμα για την προστασία των εργαζομένων απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη, όπου κυβερνήσεις, εργοδότες και εργαζόμενοι συμφώνησαν, στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, για πρώτη φορά σε τριμερή συμπεράσματα για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα και τις μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες.
Στη Συνάντηση Εμπειρογνωμόνων, που πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 24 Απριλίου, συμμετείχε ως προσκεκλημένος εμπειρογνώμονας του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας ο δρ Ανδρέας Φλουρής, καθηγητής Φυσιολογίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας FAME Lab του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Φλουρής, «η σημασία αυτής της συνάντησης είναι ότι για πρώτη φορά το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής μπαίνει με τόσο καθαρό τρόπο στο επίκεντρο της υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά για έναν άμεσο εργασιακό κίνδυνο που επηρεάζει την υγεία, την παραγωγικότητα, τη συνέχεια των επιχειρήσεων και, τελικά, την οικονομία».
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, περισσότεροι από 2,4 δισεκατομμύρια εργαζόμενοι παγκοσμίως εκτίθενται σε υπερβολική ζέστη, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 70% του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού. Όμως, όπως τονίζει ο Δρ Φλουρής, «το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι καύσωνες.
Είναι οι πλημμύρες, οι ξηρασίες, οι πυρκαγιές, οι κυκλώνες, οι αμμοθύελλες και οι σκονοθύελλες, η κακή ποιότητα του αέρα, η υπεριώδης ακτινοβολία, ακόμη και η αλλαγή στην κατανομή εντόμων που μεταφέρουν ασθένειες. Όλα αυτά δημιουργούν νέους ή ενισχύουν παλιούς κινδύνους στους χώρους εργασίας».
Τα συμπεράσματα της συνάντησης, σύμφωνα με τον ίδιο, προβλέπουν ότι οι χώρες θα πρέπει να ενισχύσουν τα εθνικά τους πλαίσια για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία.
Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, νόμους και πολιτικές που λαμβάνουν υπόψη τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τεκμηριωμένα όρια έκθεσης για παράγοντες όπως η ζέστη, η ποιότητα του αέρα ή η ταχύτητα του ανέμου, καλύτερα συστήματα επιτήρησης της υγείας των εργαζομένων, καταγραφή επαγγελματικών ασθενειών και ατυχημάτων, καθώς και ισχυρότερο συντονισμό μεταξύ υπουργείων Εργασίας, δημόσιας υγείας, μετεωρολογικών υπηρεσιών, πολιτικής προστασίας και περιβαλλοντικών αρχών.
«Η καινοτομία», σημειώνει πιο αναλυτικά ο δρ Φλουρής, «είναι ότι τα μέτρα δεν περιορίζονται σε γενικές συστάσεις. Περιλαμβάνουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις: άμεσες προειδοποιήσεις που φτάνουν έγκαιρα στους εργοδότες και στους εργαζόμενους, ενίσχυση της επιθεώρησης εργασίας, αποζημίωση όταν μια ασθένεια ή ένας τραυματισμός συνδέεται με εργασιακή έκθεση σε καιρικούς κινδύνους, αλλά και προστασία των εργαζομένων που απομακρύνονται από μια εργασία όταν υπάρχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία τους».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο επίπεδο της επιχείρησης. Οι εργοδότες, τονίζει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, καλούνται να πραγματοποιούν τεκμηριωμένη εκτίμηση κινδύνου, να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα και να προσαρμόζουν την οργάνωση της εργασίας. Όπως εξηγεί, «σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει σκίαση, δροσερούς χώρους ανάπαυσης, επαρκές νερό, εξαερισμό ή ψύξη, κατάλληλο εξοπλισμό, προσαρμογή βαρδιών, διαλείμματα, εκπαίδευση, σχέδια έκτακτης ανάγκης και επιστροφή στην εργασία με ασφάλεια μετά από ένα ακραίο φαινόμενο. Σημαίνει επίσης συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων στον σχεδιασμό των μέτρων, γιατί αυτοί γνωρίζουν καλύτερα την πραγματικότητα του χώρου εργασίας».
Για την Ελλάδα, η σημασία αυτών των συμπερασμάτων είναι ιδιαίτερη. Κλάδοι όπως οι κατασκευές, η αγροτική παραγωγή, ο τουρισμός, οι μεταφορές και η βιομηχανία είναι ήδη εκτεθειμένοι σε συνθήκες αυξημένης θερμικής καταπόνησης και ακραίων φαινομένων. «Η χώρα μας δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη ζέστη μόνο με έκτακτα μέτρα όταν ανακοινώνεται καύσωνας», υπογραμμίζει ο δρ Φλουρής. «Χρειάζεται μόνιμο, επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο, με σαφή όρια, σαφείς ευθύνες και μέτρα που εφαρμόζονται πριν συμβεί το ατύχημα ή η βλάβη στην υγεία».
Κλείνοντας, ο ίδιος τονίζει ότι «το μήνυμα από τη Γενεύη είναι απλό: η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από τον χώρο εργασίας. Αν προστατεύσουμε τον εργαζόμενο, προστατεύουμε ταυτόχρονα την επιχείρηση, την παραγωγικότητα και την κοινωνική συνοχή. Αυτό είναι πλέον ζήτημα δημόσιας υγείας, οικονομικής ανθεκτικότητας και αξιοπρεπούς εργασίας».