Χρηστικά

Αγριεύουν οι servicers για τα δάνεια ελβετικού φράγκου


Όλο και πιο... άγρια στάση έναντι των δανειοληπτών ελβετικού φράγκου υιοθετούν οι servicers, βγάζοντας στο σφυρί κατοικίες για «ψύλλου πήδημα». Οι δανειολήπτες δεν έχουν άλλη οδό από την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και ήδη υπάρχουν αποφάσεις που τους δικαιώνουν για καταχρηστικές πρακτικές από servicers.

Η επιθετική στάση των servicers, ακόμη και έναντι δανειοληπτών που έχουν προχωρήσει σε ρυθμίσεις των δανείων τους και προσπαθούν να πληρώνουν για να σώσουν τις κατοικίες τους, συσχετίζεται από νομικούς με δύο παράγοντες. Αφενός, επικρατεί νευρικότητα για τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων που βρίσκονται πολύ μακριά από τους στόχους των business plans. Αφετέρου, οι servicers επιδιώκουν να δημιουργήσουν εδώ και αρκετό καιρό το κατάλληλο κλίμα, ώστε οι δανειολήπτες να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία ήδη «τρέχει».

Χαρακτηριστική είναι περίπτωση που έφθασε στα δικαστήρια, όπου η οφειλέτρια είχε ρυθμίσει το δάνειό της και πριν καν συμπληρωθούν τρεις καθυστερούμενες δόσεις, όπως όριζε η συμφωνία με τον servicer, αυτός προχώρησε στην εκκίνηση διαδικασιών για πλειστηριασμό!

Η απόφαση 39/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αχαΐας (Παράλληλη Έδρα Αιγίου) αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δικαστική κρίση, καθώς εστιάζει στην καταχρηστικότητα της καταγγελίας δανειακής σύμβασης από πλευράς των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων (Servicers).

Το ιστορικό της υπόθεσης

Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2007, όταν η ανακόπτουσα έλαβε στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα Eurobank. Το δάνειο συνομολογήθηκε σε ελβετικό φράγκο (CHF), με κεφάλαιο 162.567,12 CHF. Η τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης επί της κύριας κατοικίας της δανειολήπτριας (μεζονέτα στο Αίγιο).

Από το 2011 έως το 2015 υπογράφηκαν έξι πρόσθετες πράξεις τροποποίησης της σύμβασης, δείγμα ότι υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια προσαρμογής της οφειλής στα δεδομένα της εποχής.

Το 2019, η Eurobank μεταβίβασε την απαίτηση στην ιρλανδική εταιρεία ειδικού σκοπού "CAIRO No. 1", ενώ τη διαχείριση ανέλαβε η doValue Greece. Στις 11 Αυγούστου 2021, η δανειολήπτρια και η doValue υπέγραψαν ένα κρίσιμο ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης:

  • Η μηνιαία δόση ορίστηκε στα 644,03 CHF. Συμφωνήθηκε ρητά (όρος Β.2.α.) ότι η εταιρεία έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη ρύθμιση μόνο αν η οφειλέτρια δεν καταβάλει τρεις συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις.

Ενώ η δανειολήπτρια φαινόταν να προσπαθεί να ανταποκριθεί, η διαχειρίστρια εταιρεία άλλαξε στάση. Τον Ιούλιο 2023 η doValue επιδίδει εξώδικη καταγγελία, υποστηρίζοντας ότι η ρύθμιση κατέρρευσε. Στην πραγματικότητα, την ημέρα της καταγγελίας, το ληξιπρόθεσμο ποσό ήταν μόλις 326,22 CHF. Δηλαδή, η οφειλέτρια δεν χρωστούσε καν μία ολόκληρη δόση (που ήταν 644,03 CHF), πόσο μάλλον τρεις συνεχόμενες που απαιτούσε η σύμβαση.

Παρά την καταγγελία, η δανειολήπτρια συνέχισε να πληρώνει τμηματικά, καταβάλλοντας συνολικά περίπου 19.000 € έως τον Απρίλιο του 2025, σε μια προσπάθεια να σώσει το σπίτι της. Η εταιρεία αγνόησε τις καταβολές αυτές και εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής 37/2025, προχωρώντας αμέσως σε κατάσχεση της μεζονέτας για ποσό 100.000 €, ορίζοντας πλειστηριασμό για τον Μάρτιο του 2026.

Η δικαίωση από το δικαστήριο

Η δανειολήπτρια άσκησε δύο ανακοπές (μία κατά της διαταγής πληρωμής και μία κατά της κατάσχεσης), τις οποίες το Δικαστήριο συνεκδίκασε. Το σκεπτικό του Δικαστή ήταν καταλυτικό: Διαπίστωσε ότι η καταγγελία έγινε πρόωρα και αντισυμβατικά, αφού δεν πληρούνταν η προϋπόθεση των τριών δόσεων.

Έκρινε ότι η συμπεριφορά της εταιρείας ήταν αντιφατική: από τη μια πλευρά δεχόταν πληρωμές και από την άλλη προχωρούσε σε κατάσχεση για ένα μηδαμινό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο. Χαρακτήρισε την καταγγελία «μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου».

Το Δικαστήριο τόνισε ότι οι τράπεζες και οι διαχειριστές οφείλουν να δείχνουν αυξημένη πρόνοια. Η σπουδή της εταιρείας να καταγγείλει το δάνειο για ένα τόσο μικρό ποσό, ενώ η απαίτηση ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με προσημείωση στην κύρια κατοικία, κρίθηκε ότι υπερβαίνει τα όρια της ΑΚ 281.

Η απόφαση αυτή αποτελεί «ανάσα» για δανειολήπτες που, ενώ τηρούν το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεώσεών τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με ακραίες εισπρακτικές πρακτικές για ασήμαντα ποσά. Η καταγγελία μιας ρύθμισης από έναν servicer κρίθηκε ότι δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα για επουσιώδη ποσά, ειδικά όταν παραβιάζονται οι ίδιοι οι συμβατικοί όροι που έθεσε η εταιρεία (π.χ. το όριο των 3 δόσεων). Η απόφαση προστατεύει τον δανειολήπτη από την «εξπρές» αναγκαστική εκτέλεση, απαιτώντας από τους πιστωτές να ενεργούν με βάση την καλή πίστη και να σέβονται τις προσδοκίες που οι ίδιοι καλλιέργησαν στον οφειλέτη μέσω των ρυθμίσεων.

Το Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις δύο ανακοπές (κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της κατάσχεσης), ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής (37/2025), καθώς η απαίτηση δεν ήταν ακόμη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή λόγω της άκυρης καταγγελίας. Επίσης, ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ακινήτου και σταμάτησε τον πλειστηριασμό που είχε οριστεί για τον Μάρτιο του 2026.    Καταδίκασε την καθ' ης (doValue) στα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας (1.000 €).