Τράπεζες

Οι 6 πληγές για τα κέρδη των ελληνικών τραπεζών


Δυσκολότερες προκλήσεις από τις ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές, σύμφωνα με μελέτη του καθηγητή Γκ. Χαρδούβελη

Η επάνοδος στην κερδοφορία είναι μονόδρομος για τις ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να «χτίσουν» ισχυρή κεφαλαιακή βάση και να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια στις μετοχές τους, αλλά έχουν να αντιμετωπίσουν μεγάλες προκλήσεις σε αυτή την ανηφορική πορεία, τις οποίες δεν αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα μελέτης του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και πρώην υπουργού Οικονομικών, Γκίκα Χαρδούβελη, την οποία δημοσίευσε το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics.

Γενικά, η επίτευξη κερδοφορίας από τις τράπεζες στον ευρωπαϊκό χώρο είναι ένας αρκετά δύσκολος στόχος, καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις: πολύ χαμηλά επιτόκια και περιθώρια κέρδους, έντονος ανταγωνισμός μεταξύ τραπεζών αλλά και από από τεχνολογικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες - Fintech, αυστηρό ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο.

Όμως, όπως σημειώνει ο καθηγητής Χαρδούβελης, «στην Ελλάδα υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που ασκούν πίεση στην κερδοφορία των τραπεζών». Οι «πληγές» για τα οικονομικά αποτελέσματα του ελληνικού τραπεζικού κλάδου είναι έξι:

  1. Τα πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων και η προσπάθεια για τη γρήγορη μείωσή τους ασκούν λογιστική πίεση στην κερδοφορία. Αυτό γιατί, όπως εξηγεί ο κ. Χαρδούβελης, οι τόκοι των μη εξυπηρετούμενων δανείων υπολογίζονται επί του ανακτήσιμου ποσού τους, παρά το γεγονός ότι η πραγματική ανάκτηση των τόκων αυτών θα πραγματοποιηθεί τελικά σε μεταγενέστερο στάδιο (π.χ. μετά την εκκαθάριση της εξασφάλισης). Έτσι, οι τράπεζες με υψηλά ποσοστά NPEs εγγράφουν λογιστικά έσοδα  από δάνεια σταδίου 3, δηλαδή μη εξυπηρετούμενα, προεξοφλώντας τόκους που θα καταβληθούν στο μέλλον, όταν γίνει η ανάκτηση (και αν γίνει...). Αυτή η εικόνα θα αλλάξει δραματικά τη στιγμή που τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα μειώνονται, οπότε και τα λογιστικά έσοδα θα εξαφανίζονται.  Την περίοδο όπου οι τράπεζες θα διώχνουν τα NPEs από τους ισολογισμούς τους, αναπόφευκτα θα υπάρξει επίπτωση στην κερδοφορία, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγμα τιμολογούνται από την αγορά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που τα τιμολογούσαν οι τράπεζες και συχνά αυτό οδηγεί σε μείωση της κερδοφορίας και των ιδίων κεφαλαίων. Αυτό οφείλεται, όπως εξηγεί ο κ. Χαρδούβελης, στο γεγονός ότι είτε το ανακτήσιμο ποσό των NPEs στα βιβλία των τραπεζών είναι υπερεκτιμημένο, είτε στο ότι οι προβλέψεις για τα εν λόγω NPEs είναι χαμηλές, είτε και στους δύο αυτούς παράγοντες ταυτόχρονα.
  2. Περαιτέρω πίεση στην κερδοφορία προέρχεται από την ψηφιοποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων, η οποία ξεκίνησε πραγματικά στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της περιόδου της πανδημίας, δηλαδή με κάποια καθυστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες. Το ελληνικό κράτος κάνει σήμερα ένα σημαντικό άλμα στον τομέα της ψηφιοποίησης. Οι τράπεζες βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας, εξυπηρετώντας τόσο τις παλαιότερες όσο και τις νεότερες γενιές. Παράλληλα, οι δομές τους προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα, με λιγότερα καταστήματα, περισσότερες ψηφιακές πλατφόρμες, λιγότερους εργαζόμενους, εξ αποστάσεως εργασία και στελέχη που εκπαιδεύονται συνεχώς στις νέες τεχνολογίες. Αυτός ο μετασχηματισμός φέρνει τις τράπεζες αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις, επιβαρύνοντάς τις παράλληλα με το νέο κόστος. Οι ψηφιακές επενδύσεις τους είναι μεγάλες αλλά αναγκαίες, επιβαρύνοντας την κερδοφορία τους βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.
  3. Ένας τρίτος παράγοντας που ασκεί πίεση στην κερδοφορία είναι η σταδιακή στροφή παραδοσιακών τραπεζικών πελατών σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως τα εταιρικά ομόλογα. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε σημαντικός αριθμός μεγάλων εκδοτών εταιρικών ομολόγων, όπως η Lamda Development, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Mytilineos, η Aegean Airlines, ο ΟΠΑΠ, η Attica Holdings κ.α. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανταγωνίζονται για να προσελκύσουν ως πελάτες τις μεγάλες και υγιείς εταιρείες, έχουν συμπιέσει τα περιθώρια επιτοκίων και προσπαθούν να παρέχουν υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής. Σε γενικές γραμμές, οι συστημικές τράπεζες έχουν συνειδητοποιήσει ότι εάν προσφέρουν τυποποιημένα προϊόντα δανεισμού μαζικής ζήτησης, χωρίς να παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες, τότε η κερδοφορία τους θα διαβρωθεί περαιτέρω. Τα έσοδα από προμήθειες των ελληνικών τραπεζών είναι ένα πολύ μικρό κλάσμα των παραδοσιακών εσόδων από τόκους, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, όπου οι προμήθειες είναι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τα έσοδα από τόκους ως πηγή κερδοφορίας. Προφανώς, υπάρχει καθυστέρηση στην Ελλάδα στην προσφορά μη παραδοσιακών υπηρεσιών στους πελάτες.
  4. Ο έντονος ανταγωνισμός είναι ένας τέταρτος παράγοντας. Οι ΜμΕ παραμένουν ένας τομέας που προσφέρει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους στις τράπεζες, δεδομένου ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ο κίνδυνος συμπίεσης της κερδοφορίας είναι υψηλός. Στην Ελλάδα, τα περιθώρια επιτοκίου για δάνεια ΜμΕ είναι υψηλότερα από ό,τι στηνυπόλοιπη Ευρώπη, γεγονός που οφείλεται στον πολύ υψηλότερο κίνδυνο αυτών των εταιρειών στην Ελλάδα. Ωστόσο, αυτά τα περιθώρια ενδέχεται να συρρικνωθούν ως αποτέλεσμα της εμφάνισης νέων επιθετικών δανειστών, που είναι ανταγωνιστές των τραπεζών και αψηφούν το ρίσκο των δανείων.
  5. Η έλλειψη παρουσίας ελληνικών τραπεζών σε χώρες με υψηλή οικονομική ανάπτυξη αποτελεί πρόσθετο παράγοντα συμπίεσης της κερδοφορίας. Οι ελληνικές τράπεζες (τουλάχιστον δύο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες), αναγκάστηκαν να διακόψουν τις τραπεζικές τους δραστηριότητες σε ξένες χώρες, σε μια εποχή που η προηγούμενη, πολυετής δραστηριότητά τους γινόταν κερδοφόρα. Αυτό οφειλόταν στους όρους της ανακεφαλαιοποίησης με κρατική χρηματοδότηση. Ωστόσο, ενδέχεται να είναι σε θέση να λειτουργήσουν ξανά στο εξωτερικό στο μέλλον, αφού καθαρίσουν πλήρως τους ισολογισμούς τους.
  6. Ένας τελικός παράγοντας συμπίεσης της κερδοφορίας προέρχεται από το υψηλό λειτουργικό κόστος των τραπεζών. Το μεγαλύτερο μέρος των λειτουργικών δαπανών αντιπροσωπεύει το κόστος προσωπικού, το οποίο μειώνεται σταδιακά μέσω εθελοντικών συνταξιοδοτικών συστημάτων. Ο στόχος είναι να ευθυγραμμιστεί ο αριθμός των εργαζομένων με το σημερινό, πολύ μικρότερο μέγεθος τραπεζών, το οποίο δεν είναι πλέον αυτό που ήταν πριν από 10 χρόνια. Επιπλέον, παρενέργεια της κρίσης είναι ότι πολλά ειδικευμένα τραπεζικά στελέχη εκδιώχθηκαν από το τραπεζικό σύστημα, είτε λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, είτε λόγω της επιδίωξης νέων επαγγελματικών κατευθύνσεων (συμβουλευτικές εταιρείες, διοίκηση επιχειρήσεων, νεοφυείς επιχειρήσεις κ.λπ.). Πρόσφατα, ένας μεγάλος αριθμός έμπειρων στελεχών της εταιρικής τραπεζικής μετακινήθηκαν μετακομίσει σε εταιρείες υπηρεσιών διαχείρισης πιστώσεων (Intrum,FPS κ.α.). Έτσι, οι τράπεζες έχουν λιγότερα έμπειρα στελέχη τα οποία έχουν ανάγκη. Για παράδειγμα, στην εποχή του κορονοϊού και της παροχής αναστολής στους πελάτες για τις μηνιαίες δόσειςτους, τα παραδοσιακά μοντέλα αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου εταιρειών και ιδιωτών είναι παρωχημένα. Η αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου απαιτεί τη χρήση ποιοτικών κριτηρίων και προηγούμενηςεμπειρίας στην αξιολόγηση.