Οικονομία

Ο κύβος ερρίφθη για την πρώτη μείωση επιτοκίων της ΕΚΤ


Το τέλος της μακράς περιόδου περιοριστικής πολιτικής με υψηλά επιτόκια προανήγγειλε σήμερα η Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στους δημοσιογράφους μετά το τέλος της συνεδρίασης του συμβουλίου της ΕΚΤ. Όπως είχε χαρακτηριστικά, σήμερα συζητήθηκε στο συμβούλιο η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν συζητήθηκε άμεση μείωση επιτοκίων, αλλά η στρατηγική που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ στον επόμενο κύκλο.

Οι αγορές προεξοφλούν ήδη όχι μόνο ότι είναι σχεδόν βέβαιη μια μείωση τον Ιούνιο, αλλά και ότι θα γίνουν τέσσερις μειώσεις το δεύτερο εξάμηνο του έτους και όχι τρεις, όπως ήταν η κοινή αντίληψη ως τώρα. Τούτο διότι οι σημερινές προβλέψεις της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη επιβεβαίωσαν την επιτάχυνση της πτώσης του πληθωρισμού (εκτιμάται ότι θα μειωθεί φέτος στο 2,3% και το 2025 στο 2%), αλλά και την κακή πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης, που φέτος προβλέπεται από την ΕΚΤ ότι θα σημειώσει οριακή ανάπτυξη με ρυθμό 0,6%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 0,8%.

Η Λαγκάρντ θέλησε μάλιστα να δείξει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η ΕΚΤ θα κινηθεί ταχύτερα από τη Fed στη μείωση των επιτοκίων. Σε σχετική ερώτηση έσπευσε να διευκρινίσει: «Δεν θα σας πω ότι δεν υπάρχει βιασύνη για μείωση των επιτοκίων». Ήταν ένας έμμεσος σχολιασμός της αντίστοιχης, χθεσινής δήλωσης του Τζερόμ Πάουελ της Fed, ο οποίος είχε τονίσει ότι η Fed δεν έχει βιασύνη να μειώσει τα επιτόκια.

Δύο είναι οι παράγοντες που, όπως τόνισε η Λαγκάρντ, η ΕΚΤ θα παρακολουθεί πολύ στενά για να αποφασίσει τον χρόνο της μείωσης επιτοκίων: οι μισθοί και τα επιχειρηματικά κέρδη. Η ΕΚΤ θεωρεί φυσιολογική εξέλιξη την αύξηση των μισθών για να αποζημιωθούν οι εργαζόμενοι για τον υψηλό πληθωρισμό, όμως παρακολουθεί την εξέλιξη των μισθών σε συνάρτηση με τα κέρδη των επιχειρήσεων, για να διαπιστώσει αν όντως ο περιορισμός των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων που ήδη παρατηρείται είναι αρκετός για να αντισταθμισθούν οι πιέσεις στον πληθωρισμό από τις αυξήσεις μισθών.

Στην εισαγωγική της τοποθέτηση, η Λαγκάρντ είπε, μεταξύ άλλων, ότι:

  • Από την τελευταία συνεδρίασή μας τον Ιανουάριο, ο πληθωρισμός μειώθηκε περαιτέρω. Στις πιο πρόσφατες προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, ιδίως για το 2024, γεγονός που αντανακλά κυρίως τη χαμηλότερη συμβολή των τιμών της ενέργειας. Το προσωπικό προβλέπει τώρα ότι ο πληθωρισμός θα είναι κατά μέσο όρο 2,3% το 2024, 2,0% το 2025 και 1,9% το 2026. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα έχουν επίσης αναθεωρηθεί προς τα κάτω και κατά μέσο όρο 2,6% για το 2024, 2,1% για το 2025 και 2,0% για το 2026.
  • Η οικονομία παραμένει αδύναμη. Οι καταναλωτές συνέχισαν να συγκρατούν τις δαπάνες τους, οι επενδύσεις μετριάστηκαν και οι εταιρείες πραγματοποίησαν λιγότερες εξαγωγές, αντανακλώντας την επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης και ορισμένες απώλειες ανταγωνιστικότητας. Ωστόσο, οι έρευνες δείχνουν σταδιακή ανάκαμψη κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Καθώς ο πληθωρισμός μειώνεται και οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται, τα πραγματικά εισοδήματα θα ανακάμψουν, στηρίζοντας την ανάπτυξη. Επιπλέον, η περιοριστική επίδραση των προηγούμενων αυξήσεων των επιτοκίων θα εξασθενίσει σταδιακά και η ζήτηση για εξαγωγές της ζώνης του ευρώ αναμένεται να ανακάμψει.
  • Ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,8% τον Ιανουάριο και, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, μειώθηκε περαιτέρω στο 2,6% τον Φεβρουάριο. Ο πληθωρισμός των τιμών των τροφίμων μειώθηκε και πάλι, στο 5,6% τον Ιανουάριο και στο 4,0% τον Φεβρουάριο, ενώ οι τιμές της ενέργειας και τους δύο μήνες συνέχισαν να μειώνονται σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό από ό,τι τον Δεκέμβριο. Ο πληθωρισμός των τιμών των αγαθών μειώθηκε επίσης περαιτέρω, στο 2,0% τον Ιανουάριο και στο 1,6% τον Φεβρουάριο. Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών, αφού παρέμεινε στο 4,0% για τρεις συνεχόμενους μήνες, υποχώρησε στο 3,9% τον Φεβρουάριο.
  • Οι περισσότεροι δείκτες του υποκείμενου πληθωρισμού υποχώρησαν περαιτέρω τον Ιανουάριο, καθώς ο αντίκτυπος των προηγούμενων διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς συνέχισε να εξασθενεί και η αυστηρή νομισματική πολιτική επηρέασε αρνητικά τη ζήτηση. Ωστόσο, οι εγχώριες πιέσεις στις τιμές εξακολουθούν να είναι αυξημένες, εν μέρει λόγω της έντονης αύξησης των μισθών και της μείωσης της παραγωγικότητας της εργασίας. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η αύξηση των μισθών αρχίζει να μετριάζεται. Επιπλέον, τα κέρδη απορροφούν μέρος του αυξανόμενου κόστους εργασίας, γεγονός που μειώνει τις πληθωριστικές επιδράσεις.
  • Ο πληθωρισμός αναμένεται να συνεχίσει αυτή την πτωτική τάση τους επόμενους μήνες. Πιο μακροπρόθεσμα, αναμένεται να μειωθεί κοντά στον στόχο μας, καθώς το κόστος εργασίας μετριάζεται και οι επιδράσεις προηγούμενων ενεργειακών κλυδωνισμών, των φαινομένων συμφόρησης στις αλυσίδες εφοδιασμού και της εκ νέου λειτουργίας της οικονομίας μετά την πανδημία εξασθενούν. Οι δείκτες των πιο μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθεροί, με τους περισσότερους να διαμορφώνονται γύρω στο 2%.
  • Οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη εξακολουθούν να κλίνουν προς τα κάτω. Η ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη εάν οι επιδράσεις της νομισματικής πολιτικής αποδειχθούν ισχυρότερες από τις αναμενόμενες. Μια ασθενέστερη παγκόσμια οικονομία ή μια περαιτέρω επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου θα επηρέαζε επίσης αρνητικά την ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ. Ο αδικαιολόγητος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και η τραγική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτελούν σημαντικές πηγές γεωπολιτικού κινδύνου. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να αποκτήσουν λιγότερη εμπιστοσύνη για το μέλλον και να διαταραχθεί το παγκόσμιο εμπόριο. Η ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι υψηλότερη εάν ο πληθωρισμός μειωθεί ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν και η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων σημαίνει ότι οι δαπάνες αυξάνονται περισσότερο από το αναμενόμενο ή εάν η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται εντονότερα από ό,τι αναμενόταν.
  • Τα επιτόκια της αγοράς έχουν αυξηθεί από τη συνεδρίαση του Ιανουαρίου και η νομισματική πολιτική μας έχει διατηρήσει περιοριστικές τις ευρύτερες συνθήκες χρηματοδότησης. Τα επιτόκια χορηγήσεων για επιχειρηματικά δάνεια σταθεροποιήθηκαν σε γενικές γραμμές, ενώ τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων μειώθηκαν τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Ωστόσο, τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν αυξημένα, στο 5,2% για τα επιχειρηματικά δάνεια και στο 3,9% για τα στεγαστικά δάνεια.
  • Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να διατηρήσει αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ. Είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει εγκαίρως στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Με βάση την τρέχουσα αξιολόγησή μας, θεωρούμε ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ βρίσκονται σε επίπεδα τα οποία, διατηρούμενα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, θα συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη αυτού του στόχου. Οι μελλοντικές αποφάσεις μας θα διασφαλίσουν ότι τα επιτόκια πολιτικής θα καθοριστούν σε επαρκώς περιοριστικά επίπεδα για όσο διάστημα χρειαστεί. Θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε μια προσέγγιση που εξαρτάται από τα δεδομένα για τον προσδιορισμό του κατάλληλου επιπέδου και της διάρκειας του περιορισμού.