Τράπεζες

Ο κίνδυνος κρατικοποίησης και οι ελιγμοί των τραπεζών


Αυξάνουν οι πιθανότητες για ζημιές φέτος. Ζητείται άδεια από την Κομισιόν για να μην εκδοθούν μετοχές υπέρ του Δημοσίου.

Μπροστά στον κίνδυνο μερικής κρατικοποίησης φέρνει τις τράπεζες η κρίση του κορονοϊού, καθώς είναι πλέον πολύ πιθανό να εμφανίσουν ζημιές στη φετινή χρήση και, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, να υποχρεωθούν να εκδώσουν μετοχές υπέρ του Δημοσίου.

Αυτή η ανησυχία για πιθανή έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου, που θα πλήξει τους παλαιούς μετόχους, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που απασχολούν αναλυτές και επενδυτές μετά το ξέσπασμα της κρίσης του κορονοϊού, που ανατρέπει τα σχέδια των τραπεζών για σημαντική ενίσχυση της κερδοφορίας από τη φετινή χρήση.

Όλες οι τελευταίες εκθέσεις διεθνών οίκων για τις ελληνικές τράπεζες υπογραμμίζουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών αποτελείται από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC), δηλαδή ένα κεφάλαιο χαμηλής ποιότητας, που εκθέτει τις τράπεζες στον κίνδυνο της έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου, εάν αντί για κέρδη, με βάση τα οποία θα «εξαργυρώσουν» τις φορολογικές πιστώσεις, εμφανίσουν σε μία ή περισσότερες χρήσεις ζημιές.

Όπως έχει τονίσει το Σin από τον Μάιο του 2019 οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα» των τραπεζών, καθώς καλύπτουν πάνω από το 60% (στοιχεία 2018) των συνολικών κεφαλαίων και δεν μπορούν να απορροφήσουν ζημιές, όπως τα «κανονικά» τραπεζικά κεφάλαια, αφού ο σχετικός νόμος επιβάλλει την έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση εμφάνισης ζημιών.

Προς το παρόν, οι αναλυτές των ξένων οίκων εκτιμούν ότι οι τράπεζες συνολικά θα παραμείνουν κερδοφόρες φέτος, αν και τα εκτιμώμενα κέρδη, αντί να ξεπεράσουν το 1 δισ. ευρώ, όπως αρχικά εκτιμούσε η Bank of America, θα περιορισθούν στα 622 εκατ. ευρώ.

Αυτή η γενική εικόνα, όμως, δεν επιτρέπει εφησυχασμό για βέβαιη αποφυγή ζημιών:

  • Αφενός, η εξέλιξη της κρίσης του κορονοϊού, που έχει πρωτοφανή χαρακτηριστικά και σφοδρότητα μεγαλύτερη από την κρίση του 2008, μπορεί να φέρει δυσάρεστες εκπλήξεις στις τράπεζες από πολλές πλευρές: εκτίναξη, μεγαλύτερη του αναμενόμενου, των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ζημιές από τις αγορές, κ.ο.κ.
  • Αφετέρου, μέσα σε αυτή τη γενική εικόνα της αναμενόμενης κερδοφορίας των τεσσάρων τραπεζών δεν παύουν να υπάρχουν και οριακές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, όπως εκτιμά σε πρόσφατη έκθεσή της η JP Morgan, τα προ φόρων κέρδη της Τράπεζας Πειραιώς θα μειωθούν από 388 εκατ. ευρώ το 2019 σε μόλις 31 εκατ. ευρώ φέτος. Αντίστοιχα, για την Alpha Bank προβλέπεται μείωση των π.φ. κερδών από τα 145 σε μόλις 12 εκατ. ευρώ. Τέτοια ισχνά ποσά προβλεπόμενης κερδοφορίας δεν προσφέρουν μεγάλη βεβαιότητα για την αποφυγή ζημιών και έκδοσης μετοχών υπέρ του Δημοσίου.

Όπως ανέφερε σε πρόσφατο σημείωμά της η JP Morgan Cazenove, ανακεφαλαιώνοντας όσα αποκόμισαν οι αναλυτές της από τηλεδιάσκεψη με στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι επιθυμητή η αλλαγή της νομοθεσίας για το DTC από πλευράς των ελληνικών τραπεζών και της ΤτΕ και είναι κάτι που συζητείται με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν, η οποία θα πρέπει να δώσει την άδειά της, ώστε να μην θεωρηθεί ότι μια προσωρινή «άδεια» από το κράτος στις τράπεζες για να μην εκδώσουν μετοχές αποτελεί παράνομη κρατική ενίσχυση.

Για το θέμα ερωτήθηκε σε πρόσφατη τηλεδιάσκεψη με αναλυτές και ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, ο οποίος τόνισε ότι αυτή την περίοδο, λόγω της κρίσης του κορονοϊού, η Κομισιόν «είναι εκεί για να σκεφθεί με εποικοδομητικό τρόπο για έναν αριθμό περιπτώσεων (σ.σ.: κρατικής ενίσχυσης) σε όλη την Ευρώπη». Σύμφωνα με τον κ. Ψάλτη το προσωρινό πλαίσιο που έχει υιοθετήσει η Κομισιόν για τις κρατικές ενισχύσεις σε τράπεζες αφήνει περιθώρια να γίνει σε κάποια φάση μια συζήτηση και για το θέμα του DTC των ελληνικών τραπεζών.

Σε κάθε περίπτωση, το θέμα αυτό θα πρέπει να διευθετηθεί το συντομότερο, έστω και με μια τροποποίηση του νόμου που θα δίνει στις τράπεζες το δικαίωμα να αποφύγουν προσωρινά την έκδοση μετοχών υπέρ του Δημοσίου, εάν εμφανίσουν φέτος ζημιές. Σε αντίθετη περίπτωση, θα συνεχίσει να αποτελεί μια πηγή κινδύνων για τις τράπεζες και τους μετόχους, συμβάλλοντας και στη συντήρηση των πιέσεων στις μετοχές.