ΕΥΖην

Ο ελληνικός μύθος της Ανάγκης και της Άφευκτης Μοίρας του ανθρώπου στην έκθεση του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο


Το μεταφυσικό, ονειρικό κι ερμητικό συνάμα, σύμπαν του Τζόρτζιο Ντε Κίρικο (Βόλος 1888-Ρώμη 1978), ενός από τους πιο εμβληματικούς καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν την τέχνη και την οπτική για το έργο τέχνης στον 20ό αιώνα, θα κοσμήσει τον εκθεσιακό χώρο του Παλάτσο Ρεάλε στο Μιλάνο μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2020. Οκτώ αίθουσες και 92 αριστουργήματα προσφέρουν στον επισκέπτη όλη τη φαντασμαγορία της παραγωγής και τη διαδρομή του έργου του μεγάλου καλλιτέχνη, που διδάχθηκε στην Αθήνα και τη Σχολή Καλών Τεχνών τα πρώτα μυστικά τού χρωστήρα και αποκαλύπτουν τη μεγάλη ποικιλία της τεχνοτροπίας του.

Στην έκθεση του Μιλάνου τα ρεαλιστικά έργα (της εποχής της Φεράρας και της σειράς με τις ρωμαϊκές βίλες) συνομιλούν με τα κρυπτικά δημιουργήματα της μεταφυσικής περιόδου και τη νεομεταφυσική εξέλιξη των θεμάτων του. Τα έργα του Ντε Κίρικο, παρά τις παλινωδίες, τις παρεκκλίσεις και τους αναχρονισμούς της τεχνοτροπίας του, τα άλματα που πραγματοποιεί στο ύφος και τη θεματολογία καθ' όλη τη διάρκεια της δημιουργικής δραστηριότητάς του, διατηρούν τη συνοχή και τη θεματική συγχρονικότητα του συνόλου του έργου του, που αποπνέει τη δυνατή προσωπικότητα του καλλιτέχνη και την προσήλωσή του «στην απόλυτη ελευθερία της καλλιτεχνικής αναζήτησης», όπως σημειώνει ο επιμελητής της έκθεσης, Λούκα Μάσιμο Μπαρμπέρο.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η εμφανής αναμέτρησή του με το παρελθόν και την ιστορία της τέχνης, τον «παρελθόντα» και τον «αιώνιο» χρόνο: Από τη μία με τον Μπέκλιν και τη νιτσεϊκή θεωρία της «αιώνιας επιστροφής» κι από την άλλη με την προσωπική εμπειρία του, το ελληνικό «σχολείο της νιότης του» (που εκφράζεται εύγλωττα μέσα από τη σύνθεση του «Θανάτου του Κενταύρου»), το οποίο τον φέρνει διαρκώς πίσω στον κλασσικό μύθο και στην ανάγκη για ανασύνθεση της μνήμης κι ενός εξωραϊσμένου -σχεδόν ονειρικού- παρελθόντος.

Ερμητικός και συνάμα οραματιστής, όπως τόνιζε ο Ζαν Κοκτώ, ο Ντε Κίρικο -σύμφωνα με τον επιμελητή της έκθεσης- «δανείζεται από τον ονειρικό κόσμο την ακρίβεια της ανακρίβειάς του, τη χρήση του πραγματικού για να αποδείξει το ψεύτικο». Και τούτη η εξωπραγματική διάσταση προάγεται από την εκκωφαντική σιωπή που αποπνέουν τα μεταφυσικά έργα του -όπως στο «Αίνιγμα του ποιητή»- χάρις την αναπαράσταση εκείνων των μοναχικών αγαλμάτων, των έρημων πλατειών και των ακατοίκητων κιονοστοιχιών ή τις απόκοσμες μορφές, που φέρουνε στα χαρακτηριστικά του ένα τραγικό μυστήριο. Ακόμη και στην αυτοπροσωπογραφία του, η μεταφυσική ερμηνεία διαδραματίζει τον πρώτο ρόλο: «Et quid amabo nisi quod aenigma est?» (είναι το ήθος αίνιγμα;), προσθέτει στον πίνακα, προκαλώντας τον θεατή να αμφισβητήσει την προφανή εικόνα της αναπαράστασης.

Η ερμητική ποιητικότητα του Ντε Κίρικο, όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, ξεπηδά σε κάθε πίνακα, από το ίδιο το θέμα, την ιδιαίτερη αντίληψη της προοπτικής, τη χρωματική παλέτα κι εκείνον τον αδυσώπητο ανταγωνισμό ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Τα έργα του θυμίζουν έντονα σκηνικό ενός θεατρικού έργου. Δεν είναι τυχαίο που κι ο ίδιος εργάστηκε ως σκηνογράφος. Για τον Ντε Κίρικο ολόκληρος ο βίος του ανθρώπου είναι ένα θεατρικό σκηνικό και παιχνίδι, ένα μυστηριώδες θέαμα και η ζωγραφική είναι η αποτύπωση ενός κατασκευασμένου και ανεξάντλητου κόσμου, που με όλες του τις εκδοχές αποτελεί μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Οι κούκλες χωρίς πρόσωπο, μία περίπλοκη μεταφορά των παραλλαγών του μύθου -όπως στον καταπονημένο Ορφέα- αλλά και ταυτόχρονα τόσο ρεαλιστικές, αναπαριστούν την τραγική μοίρα του ανθρώπου, τον πόνο, την απουσία, τον έρωτα, αλλά κυρίως την έλλειψη επικοινωνίας. Ενδεικτική είναι η σύνθεση για το άφευκτο της ανθρώπινης Μοίρας με τους Έκτορα και Ανδρομάχη, στις διάφορες παραλλαγές του, πότε εκείνη είναι ένα άγαλμα κι εκείνος μία κούκλα, πότε και οι δύο είναι κούκλες, πότε εκείνη μένει πετρωμένη στην κίνηση του αποχωρισμού κι εκείνος παραδωμένος στην κατήφεια της διπλής «αιδούς» (που είναι και ντροπή που εγκαταλείπει την οικογένεια, αλλά και φόβος μη χάσει τον ανδρισμό του αρνούμενος τη μάχη). Το ανθρώπινο για τον Ντε Κίρικο διευθύνεται διαρκώς από το νήμα της Ανάγκης και το αγκάλιασμα εκείνο που είναι εμφανές πως δεν προσφέρει την παραμικρή παρηγοριά στον άνθρωπο μπροστά στη Μοίρα, είναι το μόνο που μπορεί να κάνει ο καλλιτέχνης, αποτυπώνοντάς το στον πίνακα.

Διαβάστε επίσης
Ετικέτες Τέχνη