Διεθνή

Νέες «συγκρούσεις για το παρελθόν» στα Βαλκάνια


Μια προβλέψιμη, σχεδόν παβλοφική, αντίδραση δυτικών -ιδίως- κρατών, οργανισμών και αναλυτών στις περιοδικές εντάσεις που εμφανίζονται στα Βαλκάνια είναι η καταφυγή σε μια ανάγνωση που τονίζει την «ταραγμένη ιστορία» και τα «εθνικιστικά πάθη» της περιοχής.

Η σύγκρουση εθνικισμών στην Ισπανία, για το καταλανικό ζήτημα, το βάρος και η συνεχιζόμενη διερεύνηση του εθνικού παρελθόντος στη Γερμανία, σχεδόν έναν αιώνα μετά την άνοδο του ναζισμού, η εμφανής επιρροή ιστορικών στερεοτύπων στη στάση των ΗΠΑ προς τη Ρωσία κατά την εν εξελίξει ουκρανική κρίση αποτελούν μόνο κάποια παραδείγματα για τον μεροληπτικό χαρακτήρα αυτής της προσέγγισης. Από την άλλη, αυτό δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να παραγνωρίζεται η σημασία των κυρίαρχων εθνικιστικών λόγων στις κοινωνίες των Βαλκανίων και η ύπαρξη αντιπαρατιθέμενων ιστορικών αναπαραστάσεων για το –πρόσφατο κυρίως– παρελθόν.

Δύο τέτοιες βαλκανικές εντάσεις απασχολούν τους τελευταίους μήνες την επικαιρότητα. Η πρώτη και σοβαρότερη είναι αυτή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Στο επίκεντρό της βρίσκεται η όξυνση της στάσης της σερβοβοσνιακής πλευράς, με κύριο εκφραστή τον ισχυρότερο πολιτικό της, Μ. Ντόντικ, κάτι που εντείνει τις ανησυχίες για απόσχιση των Σερβοβόσνιων. Τέτοιες κινήσεις ήταν η απόσυρση των εκπροσώπων της κοινότητας από μια σειρά ομοσπονδιακών οργάνων, στα οποία μετέχουν από κοινού με εκπροσώπους των Βόσνιων μουσουλμάνων (Bosniaks) και των Κροατών, όπως και το ψήφισμα του Κοινοβουλίου της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας υπέρ της «ανάκτησης» αρμοδιοτήτων στους τομείς της φορολογίας και της δικαιοσύνης, ακόμα και η δημιουργία χωριστού στρατού.

Παρά ταύτα, η απόσχιση των Σερβοβόσνιων συγκεντρώνει λίγες πιθανότητες πραγματοποίησης. Οι απειλές που εξαπολύει ο Ντόντικ μοιάζουν ενταγμένες στη μακρόχρονη επιδίωξή τους για διαφύλαξη και ενίσχυση των σερβοβοσνιακών θεσμών. Προς ώρας όμως αφορούν κυρίως το ρητορικό και συμβολικό πεδίο: η προαναφερθείσα απόφαση του τοπικού κοινοβουλίου έχει περισσότερο χαρακτήρα δήλωσης προθέσεων, ενώ σε πρόσφατη συνάντησή του με τον Ντόντικ ο Σέρβος Πρόεδρος Βούσιτς κάλεσε τους Σερβοβόσνιους να επιστρέψουν στα ομοσπονδιακά όργανα. Επιπλέον, η ίδια η επιλογή της απόσχισης είναι μειοψηφική μεταξύ των Σερβοβόσνιων, σύμφωνα τουλάχιστον με μια πρόσφατη έρευνα[1]. Εξάλλου, μια de facto ανεξάρτητη κρατική οντότητα των Σερβοβόσνιων θα μπορούσε να ελπίζει στην (απολύτως απαραίτητη) στήριξη μόνο της Σερβίας: κάτι τέτοιο όμως θα έθαβε την προοπτική ένταξης της Σερβίας στην ΕΕ.

Ποια ήταν όμως η αφορμή για την κλιμάκωση της σερβοβοσνιακής στάσης; Στα τέλη Ιουλίου 2021 ο τότε Ύπατος Εκπρόσωπος της διεθνούς κοινότητας στη Βοσνία άλλαξε τον νόμο, ποινικοποιώντας ουσιαστικά την άρνηση της γενοκτονίας. Επί της ουσίας, ο νόμος θέτει στο στόχαστρο τη δημόσια αμφισβήτηση ή και άρνηση της γενοκτονίας της Σρεμπρένιτσα και του βαθμού ευθύνης των σερβοβοσνιακών δυνάμεων από επίσημες αρχές των Σερβοβόσνιων. Αυτή η αμφισβήτηση προφανώς εγγράφεται σε ένα –ποικιλόμορφα εκφραζόμενο, πλην– διάχυτο αίσθημα αδικίας μεταξύ των Σέρβων της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Πιο πρόσφατα, η Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας συνέστησε δύο επιτροπές, στις οποίες μετείχαν επιλεχθέντες ξένοι ειδικοί, για να διερευνήσουν τα γεγονότα του πολέμου της Βοσνίας. Το πόρισμα της πρώτης παρουσίαζε τους Σερβοβόσνιους πρωτίστως ως θύματα εθνοκάθαρσης στο Σεράγεβο. Η δεύτερη επιτροπή δεν αρνούνταν μεν την τέλεση εγκλημάτων πολέμου από τις σερβοβοσνιακές δυνάμεις· όμως αμφισβητούσε τόσο τον συνολικό αριθμό των εκτελεσθέντων όσο και το χαρακτηρισμό τους ως αμάχων και, συνακόλουθα, τον ίδιο το χαρακτηρισμό της πράξης ως «γενοκτονίας» (τον οποίο έχει αποδώσει και το Διεθνές Δικαστήριο). Ταυτόχρονα, οι σερβοβοσνιακές αρχές συνεχίζουν ως σήμερα να διοργανώνουν (παράνομες) εκδηλώσεις μνήμης που παραπέμπουν ευθέως στα γεγονότα του πολέμου. Πέραν του ότι τέτοιες επιλογές κρίνονται, από τη σκοπιά της κυρίαρχης ιστορικής αφήγησης, «αναθεωρητικές» και, από πλευράς περιεχομένου, «εθνικιστικές», το πρώτιστο είναι ότι συντελούν στη διεύρυνση της περιχαράκωσης  των τριών κύριων εθνοτικών ομάδων της Βοσνίας.

Η δεύτερη ένταση στα Βαλκάνια, αυτή μεταξύ Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας, εδράζεται εξίσου στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας και έχει στο επίκεντρό της ανταγωνιστικές εθνικές αφηγήσεις. Το κύριο πολιτικό επίδικο της διένεξης αφορά το συνεχιζόμενο βέτο της Βουλγαρίας στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Β. Μακεδονίας (που συμπαρασύρει και την Αλβανία).

Οι απαιτήσεις της Βουλγαρίας περιλαμβάνουν τη συνταγματική αναβάθμιση της βουλγαρικής κοινότητας στη Β. Μακεδονία και ταυτόχρονα την εκ νέου αποκήρυξη πιθανής διεκδίκησης αναγνώρισης μιας «μακεδονικής» μειονότητας στο έδαφός της. Η βασική διεκδίκηση του Βούλγαρων πάντως, παρότι δεν διατυπώνεται επίσημα ως τέτοια, αφορά την παραδοχή από την άλλη πλευρά ότι ουσιαστικά δεν υφίσταται χωριστή «μακεδονική» ιστορία και ταυτότητα πριν από τον Β΄ Π.Π., καθώς και ότι η μακεδονική γλώσσα αποτελεί μια διάλεκτο της βουλγαρικής. Αυτή η απαίτηση είναι η πλέον απειλητική για την άλλη πλευρά: το εθνικό αφήγημα που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά έθετε ως υπαρξιακό στόχο την ανάδειξη μιας «μακεδονικής νοτιο-σλαβικής» ταυτότητας, εμφανώς διακριτής από τη βουλγαρική[2].

Η όξυνση των εθνικιστικών διεκδικήσεων της Βουλγαρίας συμπίπτει με την είσοδό της στην ΕΕ το 2007. Παρότι το 2017 υπογράφηκε με τη νέα, τότε, κυβέρνηση Ζάεφ Σύμφωνο Φιλίας, που προέβλεπε και τη συγκρότηση μιας κοινής «Επιτροπής Ιστορίας» για την επεξεργασία των διαφορετικών ιστορικών οπτικών, η Βουλγαρία εμφανίζεται έως τώρα αδιάλλακτη. Αυτή η εθνικιστική πολιτική της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να ξενίζει, ούτε να θεωρείται «βαλκανικό» ίδιον· είναι απολύτως συμβατή με την «αυξημένη νομιμοποίηση του εθνικισμού εντός της ΕΕ»[3], αντλώντας, θα προσθέταμε, έμπνευση από το βέτο που επέσειε η Ελλάδα ως το 2018.

Παρ’ όλα αυτά, τον τελευταίο μήνα διαφαίνεται μια πιθανότητα διευθέτησης της διένεξης με τον μόνο τρόπο που θα ήταν αυτό δυνατό, δηλαδή με την αλλαγή στάσης του ισχυρότερου, διεκδικούντος μέρους. Η νέα, συμμαχική κυβέρνηση της Βουλγαρίας στη θέση της δεξιάς κυβέρνησης Μπορίσοφ, με ισχυρότερο κόμμα το νεοεμφανιζόμενο «κεντρώο» Prodalzhavame promyanata, δήλωσε εξ αρχής την πρόθεση επίλυσης των διαφορών με τη Β. Μακεδονία εντός έξι μηνών. Την τελευταία εβδομάδα πραγματοποιήθηκε συνάντηση των δύο πρωθυπουργών και διακυβερνητική διάσκεψη στη Σόφια. Ήδη το ζήτημα της αποσαφήνισης του ότι η «Βόρεια» Μακεδονία δεν περιλαμβάνει το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας διευθετήθηκε.

Καταληκτικά, μπορούν να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις:

  • Οι πρακτικές και ρητορικές εθνικής υπεροχής, κατάφωρης παραχάραξης ιστορικών γεγονότων και καλλιέργειας μια στενής εθνοκεντρικής μνήμης πρέπει να καταδεικνύονται ως τέτοιες και να καταπολεμούνται. Όμως, δεν πρέπει να κατανοούνται απλώς ως εργαλεία πολιτικής χειραγώγησης, καθώς συχνά βασίζονται σε εθνικές αφηγήσεις και αναπαραστάσεις που έχουν αναπαραχθεί θεσμικά επί μακρόν και έχουν αποκτήσει ευρεία απήχηση (παραδείγματα Βουλγαρίας και Ελλάδας έναντι Β. Μακεδονίας) ή εκφράζουν ανάγκες νομιμοποίησης πρόσφατων εγχειρημάτων εθνικής συγκρότησης (παράδειγμα Β. Μακεδονίας, ιδιαίτερα επί Γκρούεφσκι). Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πολέμων, όπως αυτή της Βοσνίας, οι συγκρούσεις γύρω από την ιστορία, τη μνήμη και την ταυτότητα θα πρέπει να αναμένεται ότι θα διαγράψουν έναν κύκλο προτού μπορέσουν να διευθετηθούν.
  • Η περίπτωση της Β. Μακεδονίας μετά το 2017 (καθώς και της Ελλάδας το 2018 και πιθανόν της Βουλγαρίας σήμερα) καταδεικνύουν ότι για την έξοδο από αυτούς τους κύκλους κομβικής σημασίας είναι η ανάληψη της διακυβέρνησης από προοδευτικές δυνάμεις.
  • Ως προς την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ: Παρά τις παλινωδίες της τελευταίας (π.χ. το αδιανόητο βέτο της Γαλλίας το 2019) και το γεγονός ότι η ένταξη δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των επιμέρους εθνικών σκοπιμοτήτων ή την ουσιαστική άνοδο του βιοτικού επιπέδου, δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί μια εναλλακτική στην ευρωπαϊκή προοπτική για τα Δυτικά Βαλκάνια. Η σταθερότητα των συνόρων και η εξασφάλιση της ειρήνης, καθώς και η σταδιακή άμβλυνση ιστορικών αντιπαλοτήτων σε κάποιες περιπτώσεις, που, έως τώρα τουλάχιστον, έχουν χαρακτηρίσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα, αποτελούν επαρκείς αιτιολογήσεις της ανάγκης ένταξης των κρατών αυτών στην ΕΕ και επιτάχυνσης των σχετικών διαδικασιών.

Του Θωμά Γούμενου, Διδάκτορα Πολιτικής Επιστήμης – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 3ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ENA 

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα