Οικονομία

«Μάχη» για τις δόσεις των στεγαστικών- Κόντρα ΥΠΟΙΚ - τραπεζών -Οι δύο προτάσεις


Σε κόντρα Σταϊκούρα - τραπεζιτών με τελικό... διαιτητή τον πρωθυπουργό εξελίσσεται η προσπάθεια της κυβέρνησης να βρει τον τρόπο για να μειωθεί η πίεση στα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος από τις αυξήσεις επιτοκίων στα στεγαστικά δάνεια. Το υπουργείο Οικονομικών επιμένει στο ισπανικό μοντέλο, όπου το κόστος των ελαφρύνσεων επωμίζονται οι τράπεζες και απαλλάσσεται ο κρατικός προϋπολογισμός, ενώ οι τράπεζες, σύμφωνα με πληροφορίες, αντιπροτείνουν ένα νέο πρόγραμμα «Γέφυρα» για την κάλυψη των αυξήσεων επιτοκίων από το κράτος.

Στη συνάντηση που είχαν την Πέμπτη ο υπουργός Οικονομικών και οι εκπρόσωποι των τραπεζών, έγινε σαφές ότι τους χωρίζει τεράστια απόσταση, παρά το γεγονός ότι οι τραπεζίτες επιφυλάχθηκαν να μελετήσουν τις προτάσεις Σταϊκούρα και να επανέλθουν αργότερα με δικές τους. Ο κ. Σταϊκούρας πρότεινε στους τραπεζίτες να εξετάσουν το ισπανικό μοντέλο, έχοντας κατά νου ότι ήδη η κυβέρνηση βρίσκεται υπό την πίεση των ευρωπαϊκών Θεσμών να περιορίσει τις πάσης φύσεως έκτακτες επιδοτήσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης σε ενεργειακές επιδοτήσεις, ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Στον προϋπολογισμό του 2023 έχει ενταχθεί ένα αποθεματικό 1 δισ. ευρώ για την κάλυψη έκτακτων αναγκών επιδότησης, που προορίζεται να απορροφήσει πιθανές νέες μεγάλες αυξήσεις στο ρεύμα, ιδιαίτερα από την άνοιξη και μετά, οπότε προβλέπεται ότι οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη θα πάρουν και πάλι την ανηφόρα, λόγω της αναμενόμενης εξάντλησης των αποθεμάτων και του ανεφοδιασμού για τον επόμενο χειμώνα. Με αυτά τα δεδομένα, ο κρατικός προϋπολογισμός δεν έχει πολλά περιθώρια να ενσωματώσει νέες επιδοτήσεις, αυτή τη φορά για να καλυφθεί το κόστος των αυξημένων επιτοκίων σε νοικοκυριά με χαμηλό και μέσο εισόδημα.

Το ισπανικό μοντέλο που προτείνει ο κ. Σταϊκούρας να εξετάσουν προσεκτικά οι τράπεζες, προβλέπει σειρά διευκολύνσεων από τις τράπεζες σε νοικοκυριά με εισόδημα μέχρι 25.200 ευρώ που εξυπηρετούν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Το κόστος για τις τράπεζες δεν έχει υπολογισθεί από το ισπανικό υπουργείο Οικονομικών, ενώ ορισμένες μεγάλες τράπεζες που έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για το πρόγραμμα λένε ότι θα είναι σοβαρό και θα επηρεάσει τα κεφάλαιά τους.

Η κατ' αρχήν συμφωνία που επιτεύχθηκε στην Ισπανία προβλέπει ότι οι τράπεζες θα προχωρούν για τα δάνεια νοικοκυριών εντός των εισοδηματικών ορίων σε αναδιαρθρώσεις, με μείωση του επιτοκίου για μια περίοδο πέντε ετών, ώστε να μην επηρεασθούν οι δόσεις τους από τις αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ, με αντίστοιχη παράταση της διάρκειας των δανείων. Αν αυτό απαιτείται, θα είναι δυνατή και μια δεύτερη αναδιάρθρωση των δανείων εντός της πενταετούς περιόδου χάριτος.

Για οικογένειες με μεγαλύτερα εισοδήματα, έως 29.400 ευρώ, που αντιμετωπίζουν αύξηση δόσης τουλάχιστον κατά 20% και όταν η δόση ξεπερνά το 30% του εισοδήματός τους, η συμφωνία προβλέπει ότι οι τράπεζες θα παγώνουν για 12 μήνες την εξυπηρέτηση των δανείων, θα μειώνουν το επιτόκιο και θα επιμηκύνουν τη διάρκεια του δανείου. Επιπλέον, θα μειωθούν τα κόστη μετατροπής δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου σε δάνεια σταθερού επιτοκίου.

Οι τράπεζες θέλουν νέα «Γέφυρα»

Μέτρα όπως αυτά που συμφωνήθηκαν στην Ισπανία αποτελούν «κόκκινο πανί» για τις ελληνικές τράπεζες, που λένε ότι ακόμη και αν συμφωνηθεί επιμήκυνση δανείων, ώστε να μειωθεί για μια περίοδο το επιτόκιο και η μηνιαία δόση, μεγάλος αριθμός δανείων θα πρέπει να αναταξινομηθούν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων και να σχηματίσουν οι τράπεζες προβλέψεις για επισφάλειες, οι οποίες θα επιβαρύνουν την κερδοφορία και τα κεφάλαιά τους.

Αυτό θα συμβεί επειδή ήδη πολλά από τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου που έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες εξυπηρετούνται μετά από ρύθμιση και μια ακόμη ρύθμιση θα οδηγήσει αυτόματα στον χαρακτηρισμό τους ως «μη εξυπηρετούμενα» (δάνεια τρίτου σταδίου).

Σε κάθε περίπτωση, τα κόστη που θα κληθούν να αναλάβουν οι τράπεζες θα έχουν συνέπεια τη μείωση των εσόδων και της κερδοφορίας τους σε μια κρίσιμη περίοδο μετάβασης σε κερδοφόρες χρήσεις και θα μειώσουν τον εσωτερικό σχηματισμό κεφαλαίου, που είναι απαραίτητος ιδιαίτερα για τις ελληνικές τράπεζες, λόγω της χαμηλής ποιότητας των κεφαλαίων τους, που αποτελούνται κατά τα 2/3 από αναβαλλόμενη φορολογία.

Οι τράπεζες αναμένεται να υποστηρίξουν, στις αντιπροτάσεις που θα καταθέσουν στο υπουργείο Οικονομικών, ως καταλληλότερη λύση ένα νέο πρόγραμμα τύπου «Γέφυρα» (εφαρμόσθηκε στη διάρκεια της πανδημίας), μέσω του οποίου το Δημόσιο θα επιδοτήσει για μια περίοδο 9 - 12 μηνών τις αυξήσεις δόσεων σε στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου για νοικοκυριά χαμηλής και μέσης εισοδηματικής τάξης. Όπως εκτιμούν οι τράπεζες, το δημοσιονομικό κόστος του μέτρου δεν θα είναι απαγορευτικά υψηλό.

Σήμερα τα υπόλοιπα στεγαστικών δανείων είναι περίπου 30 δισ., εκ των οποίων περίπου τα δύο τρίτα είναι κυμαινόμενου επιτοκίου (πάνω από 20 δισ.), Αυτά που τελικά θα επιδοτηθούν, εάν εφαρμοσθούν διάφοροι «κόφτες» θα είναι αρκετά λιγότερα. Υπολογίζεται ότι η συνολική δαπάνη για επιδοτήσεις που θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν θα ξεπεράσει τα 200 - 300 εκατ. ευρώ, ποσό αρκετά υψηλό μεν, αλλά όχι και απαγορευτικό.

Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια για τη νέα «Γέφυρα» θα μπορούσαν να είναι παρόμοια με αυτά που ίσχυσαν στο αντίστοιχο πρόγραμμα της πανδημίας. Στην πρώτη «Γέφυρα» προβλεπόταν επιδότηση για δάνεια εξυπηρετούμενα ή σε καθυστέρηση μέχρι 90 ημερών εφόσον:

  • Η αξία της κύριας κατοικίας δεν υπερέβαινε τα 300.000 ευρώ,
  • Το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου δεν υπερέβαινε τα 24.000 με προσαύξηση 18.000 για τον/την και κατά 5.000 για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία εξαρτώμενα μέλη.
  • Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα δεν ξεπερνούσαν τα 40.000 ευρώ.
  • Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, του συζύγου ή της συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του αιτούντα έπρεπε να είχε συνολική αξία όχι μεγαλύτερη από 600.000 ευρώ.
  • Τα μεταφορικά μέσα που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας τριετίας για ιδιωτική χρήση έπρεπε να είχαν αξία όχι μεγαλύτερη από 80.000 ευρώ.