Τράπεζες

Λιγότερα και ακριβότερα τα δάνεια σε επιχειρήσεις


«Φρενάρει» ο ρυθμός αύξησης των νέων δανείων στις επιχειρήσεις, ενώ αυξάνονται και τα επιτόκια δανεισμού, διαψεύδοντας τις προσδοκίες ότι η μεγάλη μείωση των κόκκινων δανείων στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια και η ανάκαμψη της οικονομίας θα οδηγούσαν τις τράπεζες στο άνοιγμα της στρόφιγγας του δανεισμού προς τον επιχειρηματικό τομέα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) στη μηνιαία έκθεσή του για τη βιομηχανία, ο ρυθμός αύξησης των πιστώσεων προς τη βιομηχανία και, γενικότερα, προς τον ιδιωτικό τομέα, έχει βρεθεί σε ελεύθερη πτώση μέσα στο 2021, ύστερα από την εκρηκτική του αύξηση κατά το 2020.

Ειδικότερα, το φθινόπωρο του 2020 οι χορηγήσεις δανείων προς τη βιομηχανία έφθασαν στον ταχύτερο ρυθμό τους, αγγίζοντας ακόμη και διψήφιο ποσοστό. Συνολικά στον ιδιωτικό τομέα η κορύφωση των δανειοδοτήσεων ήλθε στις αρχές του τρέχοντος έτους. Όμως, όπως φαίνεται στο γράφημα, φέτος η αύξηση των χορηγήσεων στη βιομηχανία επιβραδύνεται εντυπωσιακά, υποχωρώντας τον Ιούλιο σε μόλις 1,4%.

Μάλιστα, όπως σημειώνει το ΙΟΒΕ, τον Ιούλιο οι καθαρές ροές νέων πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν αρνητικές κατά 800 εκατ. ευρώ, δηλαδή οι τράπεζες χορήγησαν κατά 800 εκατ. ευρώ λιγότερα νέα δάνεια από όσα εισέπραξαν για την εξυπηρέτηση παλαιών δανείων.

Έτσι, φαίνεται να λήγει η περίοδος αμέσως μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, όπου οι τράπεζες «πάτησαν γκάζι» στις χορηγήσεις επιχειρηματικών δανείων, κάτι που έγινε, σε μεγάλο βαθμό, εκ του ασφαλούς, αφού αξιοποιήθηκαν τα προγράμματα στήριξης από το Δημόσιο. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, περίπου 40% των νέων δανείων του 2020 δόθηκαν μέσα από κρατικά προγράμματα στήριξης.

 

Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες δεν φαίνεται να αξιοποιούν την τεράστια ρευστότητα με αρνητικά επιτόκια που έχουν λάβει από την ΕΚΤ και τις αυξημένες καταθέσεις μηδενικού επιτοκίου, προκειμένου να δανείσουν με καλύτερους όρους τις ελληνικές επιχειρήσεις. Όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ, το μέσο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων αυξήθηκε τον Ιούλιο στο 3,4%, με αποτέλεσμα να διευρυνθεί η διαφορά από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ευρωπαϊκού νότου (Πορτογαλία, Κύπρος, Ιταλία, Ισπανία).

Σε γενικές γραμμές, από τα τέλη του 2018 το κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων βρίσκεται σε πτωτική πορεία (τότε ανερχόταν στο 5%, σήμερα στο 3,4%), όμως οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν μια πολύ σημαντική διαφορά από τα μέσα κόστη στην ευρωζώνη και στον ευρωπαϊκό νότο, την οποία αποδίδουν στο υψηλότερο ρίσκο του δανεισμού  προς ελληνικές επιχειρήσεις.

 

Τα νεότερα στοιχεία για λιγότερα και ακριβότερα δάνεια θέτουν το πλαίσιο της συζήτησης που αρχίζει αυτή την περίοδο και πάλι ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις τράπεζες σχετικά με το πώς θα επιταχυνθεί η χρηματοδότηση του επιχειρηματικού τομέα και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες παραμένουν σε καθεστώς αποκλεισμού από το τραπεζικό σύστημα και ήδη μέσα στο καλοκαίρι αναζητήθηκε φόρμουλα για να λάβουν περισσότερα δάνεια μέσα και από τα προγράμμα που θα δημιουργηθούν για την αξιοποίηση των φθηνών δανείων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Οι τράπεζες, πάντως, παραμένουν εξαιρετικά επιφυλακτικές σε κάθε συζήτηση για την αύξηση του ρίσκου στις δανειοδοτήσεις, παρά το γεγονός ότι με το σχέδιο «Ηρακλής» έχουν καταφέρει να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα 29,4 δισ. ευρώ (Ιούνιος 2021) από τα 75,3 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019. Στόχος τους τώρα είναι να ξεπεράσουν χωρίς σοβαρή αύξηση των κόκκινων δανείων την περίοδο μετά τη λήξη των μέτρων στήριξης, γι' αυτό και προτιμούν την άντληση εσόδων και κερδοφορίας από σίγουρες πηγές, όπως τα χαρτοφυλάκια ομολόγων, ενώ επιδιώκουν να διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το περιθώριο επιτοκίου.

Έτσι, παρά τις πιέσεις από την κυβέρνηση και την Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ως το τέλος του έτους οι τράπεζες δεν αναμένεται να επανέλθουν σε σημαντική αύξηση των χορηγήσεων, κάτι που αναμένεται να γίνει τον επόμενο χρόνο, εφόσον επιβεβαιωθεί ότι η οικονομία βγαίνει οριστικά από την κρίση της πανδημίας και χωρίς να διαψευσθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις για τα νέα κόκκινα δάνεια, που σήμερα εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσουν τα 5 δισ. ευρώ.