Χρηστικά

Κόκκινα δάνεια: Τα funds φέρνουν... «κουρέματα»


Τα ελληνικά τραπεζικά... ταμπού που δεν επέτρεπαν στις τράπεζες να κάνουν κουρέματα και ευνοϊκές προτάσεις ρύθμισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, αναμένεται ότι θα σπάσουν με τις τιτλοποιήσεις και τις μαζικές μεταβιβάσεις δανειακών χαρτοφυλακίων σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.

Οι εταιρείες αυτές δεν έχουν τέτοια "ταμπού" και αγκυλώσεις. Πρωταρχικός στόχος τους είναι η άμεση εξασφάλιση αποδόσεων από τα δάνεια που θα αγοράσουν. Θα αναζητήσουν λοιπόν συμβιβαστικές λύσεις με τους δανειολήπτες, ώστε να πάρουν πίσω τα χρήματα τους συν  μια ικανοποιητική απόδοση, προκειμένου να αποφύγουν τις μακρές δικαστικές διαδικασίες ρευστοποίησης εξασφαλίσεων.

Το νέο τοπίο που θα δημιουργηθεί, ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», μέσω του οποίου θα τιτλοποιηθούν μέσα στο 2020 δάνεια περίπου 33 δισ. ευρώ από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, φαίνεται ότι θα οδηγήσει στο «σπάσιμο» μιας χρόνιας «αγκύλωσης» του ελληνικού τραπεζικού συστήματος: Οι τράπεζες ήταν κανόνα εξαιρετικά άτολμες στις προτάσεις ρυθμίσεων που έκαναν στους δανειολήπτες, αποφεύγοντας συστηματικά το «κούρεμα», ακόμη και όταν ήταν εμφανές ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί άλλη βιώσιμη λύση.

Ο φόβος των ζημιών και των ευθυνών

Αυτό συνέβαινε, όπως εξήγησε και ο υφυπουργός Οικονομικών, Γιώργος Ζαββός, μιλώντας σήμερα στη Βουλή, είτε επειδή μια τολμηρή ρύθμιση θα αποκρυστάλλωνε μια πιστωτική ζημιά και θα προκαλούσε επιβάρυνση στα κεφάλαια, ή και επειδή τα τραπεζικά στελέχη φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ακόμη και ποινικές κατηγορίες, εάν πρόσφεραν ευνοϊκές λύσεις στους δανειολήπτες.

Με τη μεταβίβαση των δανείων σε εξειδικευμένα στη διαχείριση απαιτήσεων funds, όμως, θα υπάρξει μια μεγάλη αλλαγή: Η όποια ζημιά των τραπεζών θα οριστικοποιηθεί στους ισολογισμούς τους, καθώς τα δάνεια θα μεταφερθούν σε οχήματα ειδικού σκοπού με πολύ χαμηλότερη αξία από την ονομαστική στα τραπεζικά βιβλία. Για παράδειγμα, στεγαστικά δάνεια θα μεταβιβασθούν στο 30 - 40% της ονομαστικής τους αξίας, ενώ για άλλες κατηγορίες δανείων, όπως τα καταναλωτικά και τα μικρά επιχειρηματικά, η μείωση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Τα περιθώρια για κέρδη και κούρεμα

Από αυτό το σημείο, οι εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα πάρουν τη σκυτάλη της διαχείρισης των δανείων, εφαρμόζοντας το δικό τους επιχειρηματικό μοντέλο, στη βάση των χαμηλών τιμών κτήσης των δανείων. Δηλαδή, για το κεφάλαιο που θα δεσμεύουν για την αγορά ενός δανείου π.χ. στο 30% της ονομαστικής αξίας, θα επιδιώκουν να εξασφαλίζουν μια απόδοση άνω του 50%.

Έτσι, θα είναι ικανοποιημένες αν στην κατάληξη μιας ρύθμισης τέτοιου δανείου εισπράττουν τουλάχιστον το 45% της ονομαστικής του αξίας.  Αυτό σημαίνει ότι αφήνονται μεγάλα περιθώρια για μια ευνοϊκή ρύθμιση στα μέτρα του δανειολήπτη, η οποία ενδεχομένως να περιλαμβάνει και «κούρεμα» του δανείου.

Αυτό δεν σημαίνει, όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη, ότι οι εταιρείες αυτές θα αρχίσουν να προτείνουν στους δανειολήπτες μαζικά ευνοϊκές λύσεις, που θα κατεβάζουν το ποσό που θα πληρώνουν οι δανειολήπτες στο όριο αντοχής των εταιρειών. Αντίθετα, θα αξιοποιήσουν τεχνογνωσία που διαθέτουν για να προσδιορίζουν με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια την οικονομική δυνατότητα κάθε δανειολήπτη, ώστε να μεγιστοποιούν το ποσό που θα πληρώνει, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα της ρύθμισης.

Σε κάθε περίπτωση, επιθετικές τακτικές που θα οδηγούν σε μαζικούς πλειστηριασμούς αποκλείεται να εφαρμόσουν τα funds, ιδιαίτερα σε μια χώρα με τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, όπου η μέση χρονική διάρκεια δικαστικών διαδικασιών ξεπερνά τα πέντε χρόνια. Θα ήταν οικονομικά καταστροφικό για τις εταιρείες να δεσμεύουν κεφάλαια στην Ελλάδα χωρίς απόδοση ή και με αρνητική απόδοση, περιμένοντας για χρόνια να τελειώσουν οι δικαστικές διαδικασίες.

Αναποτελεσματικές ρυθμίσεις

Η λύση της ρευστοποίησης εξασφαλίσεων θα εφαρμοσθεί επιλεκτικά σε προφανείς περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών, ώστε να δοθεί από τις εταιρείες και ένα «παιδαγωγικό» μήνυμα προς τους υπόλοιπους δανειολήτπες.

Ο Γ. Ζαββός αναγνώρισε, μιλώντας στη Βουλή, ότι στο παρελθόν οι τράπεζες έδειξαν δυστοκία στις αναδιαρθρώσεις δανείων, ενώ οι διαχειριστές απαιτήσεων μπορούν να κινηθούν με μεγαλύτερη ευελιξία.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, άλλωστε, έχει παρουσιάσει με «γκρίζους» τόνους και στην τελευταία Ενδιάμεση Έκθεση τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες με τις ρυθμίσεις.  Κατά ανησυχητικά μεγάλο ποσοστό αυτές οι "εκβιασμένες" διευθετήσεις «πέφτουν στα βράχια»: Οι δανειολήπτες σταματούν τις πληρωμές και τα δάνεια ξανακοκκινίζουν.

Η βασική αιτία είναι ότι οι τράπεζες δεν έχουν δώσει σοβαρές, μακροπρόθεσμες λύσεις στους πελάτες τους, με όρους αποπληρωμής  που θα τους διευκολύνουν ουσιαστικά.

Οι παρατηρήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος

Ειδικότερα, μέσα από τις γραμμές της τελευταίας Ενδιάμεσης Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος αναδύονται αυστηρές κριτικές επισημάνσεις προς τις τραπεζικές διοικήσεις για το γεγονός ότι, δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης που «κοκκίνησε» τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια οι τράπεζες επιμένουν σε μια ατελέσφορη μεθοδολογία ρύθμισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, που παραπέμπει στη διεθνώς γνωστή πρακτική του “extend and pretend” («δώσε παράταση και κάνε ότι όλα πάνε καλά»).

Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι οι τράπεζες κάνουν σαν μην υπάρχει η εργαλειοθήκη για ρυθμίσεις που τους έχει προσφέρει εδώ και αρκετά χρόνια η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα από τον Κώδικα Δεοντολογίας της, ο οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να διαχωρίζονται οι οφειλές (split balance), ώστε να πληρώνει ο δανειολήπτης μόνο το μέρος των υποχρεώσεών του που μπορεί να «σηκώσει», με βάση την οικονομική του κατάσταση, και να αφήνεται για το μέλλον το υπόλοιπο ποσό, για να τακτοποιηθεί μεταγενέστερα, με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δύο μέρη.

Αυτό το εργαλείο ρύθμισης θα μπορούσε να δώσει διέξοδο σε μεγάλο μέρος των «κόκκινων» δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν πραγματικά, λόγω της κρίσης, υποστεί μια μεγάλη, δυσμενή αλλαγή της οικονομικής τους κατάστασης, χωρίς προοπτικές μεγάλης βελτίωσης τα επόμενα χρόνια, για τους οποίους μια απλή παράταση της χρονικής διάρκειας των υποχρεώσεων δεν προσφέρει ουσιαστική λύση και γρήγορα αθετούν εκ νέου τις υποχρεώσεις τους.

Το πρόβλημα των κακών πρακτικών στις ρυθμίσεις δανείων είναι μια πολύ σοβαρή και λίγο συζητούμενη πλευρά της κρίσης με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ), καθώς, όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, σχεδόν τέσσερα στα δέκα ΜΕΔ βρίσκονται σε καθεστώς ρύθμισης. «Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2019 το υπόλοιπο των ΜΕΔ που συνδέονταν με ρυθμίσεις  ανερχόταν σε 26,4 δισεκ. ευρώ (δηλ. 37% του συνόλου των ΜΕΔ)», αναφέρει η ΤτΕ.

Σχολιάζοντας την ποιότητα των ρυθμίσεων που προσφέρουν οι τράπεζες, η ΤτΕ ασκεί αρκετά αυστηρή κριτική:

  • «Θετική εξέλιξη», αναφέρει, «αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία έτη οι τράπεζες συνομολογούν κυρίως λύσεις ρύθμισης μακροπρόθεσμου χαρακτήρα για τα ΜΕΔ (53,8% του συνόλου των ρυθμίσεων το εννεάμηνο του 2019), σε αντιδιαστολή με ρυθμίσεις βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα».
  • Αυτή είναι η καλή πλευρά των πραγμάτων και, όντως, αποτελεί πρόοδο το γεγονός ότι οι τράπεζες ξέφυγαν (ορθότερα: υποχρεώθηκαν από τις εξελίξεις να ξεφύγουν) από τις βραχυχρόνιες λύσεις που έδιναν στα πρώτα χρόνια της κρίσης, προσφέρουν πλέον κατά κανόνα ρυθμίσεις με μακροχρόνιο χαρακτήρα.
  • Όμως, η κακή πλευρά, που όπως σημειώνει η ΤτΕ «δεν πρέπει να παραβλέπεται» είναι ότι «στην πλειονότητα των περιπτώσεων επιλέγεται η λύση της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και σπανιότερα της μείωσης του επιτοκίου και του διαχωρισμού του υπολοίπου οφειλής (split balance)».
  • Όπως εξηγεί η κεντρική τράπεζα, με το split balance «η οφειλή διαχωρίζεται σε δύο τμήματα (tranches): (α) στο τμήμα του δανείου το οποίο ο δανειολήπτης εκτιμάται ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει και (β) στο υπόλοιπο τμήμα του δανείου, το οποίο τακτοποιείται μεταγενέστερα με ρευστοποίηση περιουσίας ή άλλου είδους διευθέτηση, η οποία συμφωνείται εξ αρχής από τα δύο μέρη».

Το γεγονός ότι οι τράπεζες ασκούν μια κοντόφθαλμη πολιτική ρυθμίσεων, που δεν προσφέρει πραγματικές λύσεις στους δανειολήπτες, έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια να… πέφτουν στα βράχια πολλές από τις ρυθμίσεις που συμφωνούνται.

«Ανησυχητικά υψηλό», αναφέρει η ΤτΕ, «παραμένει το ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης, αλλά εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση μετά τη ρύθμιση. Μάλιστα, στο 27,3% των μακροχρόνιων ρυθμίσεων και στο 61,9% των βραχυχρόνιων ρυθμίσεων, η καθυστέρηση εμφανίζεται μόλις ένα τρίμηνο μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.

Τα εν λόγω ποσοστά αυξάνονται σε 40,4% και 83,2% αντίστοιχα σε χρονικό ορίζοντα ενός έτους από την εφαρμογή της ρύθμισης. Με άλλα λόγια, τέσσερα στα δέκα δάνεια που μπαίνουν σε μακροχρόνια ρύθμιση γίνονται πάλι «κόκκινα» σε ένα χρόνο, ενώ οκτώ στα δέκα δάνεια βραχυχρόνιας μίσθωσης αθετούνται εκ νέου μέσα σε ένα χρόνο.

Διαβαστε επισης