Τράπεζες

Κίνδυνος για «πολεμικά» κόκκινα δάνεια, τρεις γραμμές άμυνας


Μπροστά σε ένα νέο κίνδυνο για σχηματισμό κόκκινων δανείων φέρνει τις τράπεζες ο πόλεμος στην Ουκρανία, που εντείνει απροσδόκητα τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιουργεί ισχυρή πίεση στα εισοδήματα των νοικοκυριών. Οι τραπεζίτες αποφεύγουν προς το παρόν να κάνουν προβλέψεις για τις επιπτώσεις και μιλούν για γραμμές άμυνας που θα αποτρέψουν ένα κύμα «πολεμικών» κόκκινων δανείων, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος εκφράζει την ανησυχία της.

Η πληθωριστική πίεση στα εισοδήματα έγινε έντονα αισθητή από το τελευταίο τρίμηνο του έτους, με τις πολύ μεγάλες αυξήσεις στα κόστη της ενέργειας και τις ανατιμήσεις σε αρκετά ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών, αλλά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου, όλοι οι υπολογισμοί άλλαξαν προς το χειρότερο, καθώς η ενεργειακή κρίση παροξύνθηκε, ενώ οι μεγάλες αυξήσεις στα περισσότερα βασικά εμπορεύματα (ο δείκτης τιμών εμπορευμάτων του Bloomberg έφθασε σε ιστορικό υψηλό) «αλλάζουν πίστα» στον πληθωρισμό.

Σύμφωνα με νεότερες εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, που μάλλον θα αποδειχθούν συντηρητικές, ο μέσος πληθωρισμός θα είναι φέτος υπερδιπλάσιος της αρχικής πρόβλεψης, φθάνοντας στο 4%. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναθεώρησε την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη και την ανέβασε στο 5,1%, τονίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος να είναι ακόμη υψηλότερος.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες αρχίζουν να μετρούν και πάλι τους κινδύνους των χαρτοφυλακίων τους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα δάνεια καταναλωτικής πίστης και, πρωτίστως, τα στεγαστικά. Όπως λένε τραπεζικά στελέχη, νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων φθάνουν ήδη, ή θα φθάσουν σύντομα, στο σημείο όπου θα κληθούν να επιλέξουν αν θα πληρώσουν βασικά τους έξοδα, όπως οι λογαριασμοί ρεύματος, ή τις δόσεις των δανείων τους.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανησυχεί για τις επιπτώσεις της ουκρανικής κρίσης στην οικονομία, σημειώνοντας μάλιστα ότι ιδιαίτερα για τις ελληνικές τράπεζες υπάρχει μια επιπλέον πρόκληση, καθώς αυτόν καιρό λήγουν τα μέτρα στήριξης δανειοληπτών που είχαν εφαρμοσθεί για την πανδημία.

Όπως υπογράμμισε ο Γ. Στουρνάρας πριν λίγες ημέρες,

  • Η πρόβλεψη για την πορεία της οικονομίας υπόκειται όμως σε σημαντικές αβεβαιότητες και κινδύνους που σχετίζονται με την εξέλιξη της ουκρανικής κρίσης και τις επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία και στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, την επιτάχυνση του πληθωρισμού και την αντίδραση της οικονομικής πολιτικής σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για την πορεία της οικονομίας.
  • Όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, οι προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν είναι σημαντικές, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η πλήρης επίπτωση της πανδημίας στα στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών εκτιμάται ότι θα εκδηλωθεί με κάποια υστέρηση, δηλαδή μετά την πλήρη άρση των μέτρων στήριξης της οικονομίας και ελάφρυνσης των δανειοληπτών. Απαιτείται λοιπόν συνεχής επαγρύπνηση και εντατικότερη δράση εκ μέρους των τραπεζών, με στόχο την περαιτέρω μείωση των ΜΕΔ, την ποιοτική και ποσοτική ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης, κατεύθυνση στην οποία ήδη έχουν αρχίσει να κινούνται οι τράπεζες, και την αξιοποίηση της αυξημένης ρευστότητας που διαθέτουν για τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
  • Για τα νοικοκυριά, ο πληθωρισμός είναι διπλά αρνητικός, διότι μειώνει το πραγματικό τους εισόδημα αλλά και τις πραγματικές αποδόσεις των καταθέσεών τους. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αλλά και στη ζώνη του ευρώ συνολικά ενισχύθηκε σημαντικά ως αποτέλεσμα κυρίως της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας.

Τι εκτιμούν οι τραπεζίτες

Οι τραπεζίτες εμφανίζονται προς το παρόν καθησυχαστικοί για τις επιπτώσεις της νέας κρίσης στα χαρτοφυλάκια δανείων. Ο επικεφαλής της Eurobank, Φωκίων Καραβίας υπογράμμισε, μιλώντας σε αναλυτές μετά τη δημοσίευση αποτελεσμάτων για το 2021, ότι προς το παρόν δεν υπάρχει αύξηση των καθυστερήσεων, ενώ και στα δάνεια που βρίσκονται σε καθεστώς προστασίας μέσω του προγράμματος «Γέφυρα» το ποσοστό των καθυστερήσεων δεν ξεπερνά το 10%.

Όπως επισήμανε, υπάρχουν δύο γραμμές άμυνας για τα νοικοκυριά σε αυτή την κρίση: τα 36 δισ. ευρώ πρόσθετων καταθέσεων που έχουν συγκεντρωθεί στη διάρκεια της πανδημίας και δίνουν στα νοικοκυριά ένα «μαξιλάρι» προστασίας έναντι της πίεσης στα εισοδήματα, αλλά και οι αναμενόμενες αυξήσεις στους μισθούς, που θα έλθουν ως αποτέλεσμα της μείωσης της ανεργίας, η οποία θα υποχρεώσει τις επιχειρήσεις να ανεβάσουν τις αμοιβές, αλλά και της επικείμενης αύξησης του κατώτατου μισθού.

Τρίτη γραμμή άμυνας από το κράτος

Πέραν αυτών των δύο γραμμών άμυνας, όμως, τραπεζικά στελέχη τονίζουν ότι οι ίδιες οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν να προσφέρουν άλλες γενικές διευκολύνσεις, όπως αυτές που δόθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας με τα προγράμματα αναστολής πληρωμών, τα οποία είχαν την έγκριση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών. Η ΕΚΤ, άλλωστε, έχει ξεκαθαρίσει ότι τα μέτρα χαλάρωσης των εποπτικών κανόνων δεν πρόκειται να παραταθούν, αν και αυτή η δήλωση έγινε πριν το ξέσπασμα του πολέμου και πιθανόν να υπόκειται σε αναθεώρηση με βάση τις τελευταίες εξελίξεις.

Έτσι, η τρίτη και τελευταία γραμμή άμυνας έναντι μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων μπορεί να έλθει μόνο με την παρέμβαση του κράτους, όπως τονίζουν τραπεζικά στελέχη. Το πρόγραμμα «Γέφυρα», με τις δύο εκδοχές του για στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, είναι πιθανό να χρειασθεί να παραταθεί, αν διαπιστωθεί ότι από τον Μάρτιο και, κυρίως, από το δεύτερο τρίμηνο του έτους αρχίζουν να αυξάνονται οι καθυστερήσεις πληρωμών στα δάνεια.

Η παράταση του μέτρου δεν θα είναι απλή υπόθεση, αφού θα χρειασθεί έγκριση των ευρωπαϊκών Θεσμών. Όμως, όπως εκτιμούν στις τράπεζες, τελικά θα μπορούσε να δοθεί αυτή η έγκριση, δεδομένου ότι το δημοσιονομικό κόστος δεν είναι μεγάλο, ενώ το όφελος από την αποφυγή νέων πιέσεων στο τραπεζικό σύστημα θα είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Υπενθυμίζεται ότι για τους περισσότερους από 90.000 δανειολήπτες που συνεχίζουν να επιδοτούνται από το πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ» λήγει το επόμενο διάστημα ο χρόνος παροχής της επιδότησης, ενώ για αρκετούς έχει λήξει ήδη, ειδικά σε ό,τι αφορά το πρώτο πρόγραμμα «Γέφυρα», που αφορούσε τα στεγαστικά δάνεια. Όσοι τελειώνουν με το πρόγραμμα θα βρίσκονται σε επιτήρηση έως και για 18 μήνες, με κίνδυνο να τους ζητηθεί η επιστροφή ολόκληρης της επιδότησης, εάν σταματήσουν να πληρώνουν το δάνειό τους.

Οι πληρωμές επιδοτήσεων για στεγαστικά των μηνών Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2020 και Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2021 έχουν ανέλθει σε 248,7 εκατ. ευρώ και δόθηκαν σε 75.666 δικαιούχους. Για το πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ 2» των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί από την πανδημία, το συνολικό ποσό της κρατικής επιδότησης που έχει καταβληθεί ανέρχεται στα 280,9 εκατ. ευρώ και δόθηκε σε 10.533 επιχειρήσεις.