Οικονομία

Καύσιμα: Αλλάζουν όλα στον έλεγχο λαθρεμπορίου!


Σε νέες κατευθύνσεις ελέγχου της αγοράς για την πάταξη του λαθρεμπορίου καυσίμων οδηγείται το υπουργείο Οικονομικών, καθώς τα πολυσυζητημένα συστήματα παρακολούθησης εισροών – εκροών δεν έχουν φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και υπάρχουν ενδείξεις ότι οργιάζουν το λαθρεμπόριο και οι αθέμιτες πρακτικές (ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμων).

Ενώ παραμένει σε εκκρεμότητα η πλήρης λειτουργία των συστημάτων εισροών – εκροών και ουσιαστικά δεν αξιοποιούνται για ελεγκτικούς σκοπούς, η υφυπουργός Οικονομικών, Κατερίνα Παπανάτσιου, καθιερώνει καθημερινή ηλεκτρονική παρακολούθηση των πωλήσεων των πρατηρίων καυσίμων με βάση τα στοιχεία από τις ταμειακές μηχανές, όπου οι πωλούμενες ποσότητες καταμετρώνται με βάση τις ενδείξεις των αντλιών, ανεξάρτητα από τις καταγραφές στα συστήματα εισροών – εκροών, τα οποία καταγράφουν τη διαφοροποίηση ποσοτήτων στις δεξαμενές.

Όπως ανακοινώθηκε χθες από το υπ. Οικονομικών,

  • Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας καυσίμου η υφυπουργός Οικονομικών Κατερίνα Παπανάτσιου, υπέγραψε απόφαση σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εμπορία καυσίμων μέσω πρατηρίων, την πώληση πετρελαίου θέρμανσης, καθώς και την προμήθεια υγραερίου ή πεπιεσμένου φυσικού αερίου σε πρατήρια, υποχρεούνται να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τα δεδομένα από τα παραστατικά των πωλήσεών τους με τη χρήση ταμειακής μηχανής, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτήτων καυσίμων που πωλούν.
  • Τα δεδομένα αυτά θα διαβιβάζονται σε βάση δεδομένων της ΑΑΔΕ, ανά ταμειακή μηχανή, για κάθε ένα παραστατικό που εκδίδεται, το αργότερο με το πέρας των διενεργούμενων συναλλαγών σε ημερήσια βάση.
  • Η διασταύρωση των δεδομένων είναι ένα σημαντικό βήμα ώστε η Φορολογική Αρχή να ανιχνεύει περιπτώσεις φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας καυσίμων καθώς η πάταξή τους αποτελεί σταθερό και αταλάντευτο στόχο της κυβέρνησης.

Ερωτήματα

Η απόφαση της υφυπουργού Οικονομικών για άντληση στοιχείων από τις ταμειακές μηχανές των πρατηρίων δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά για τη χρησιμότητα και την ελεγκτική αξιοποίηση των συστημάτων εισροών – εκροών, τα οποία έχουν εγκατασταθεί σε όλα τα πρατήρια, με κόστος που υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 100 εκατ. ευρώ.

Πηγές του υπουργείου Οικονομικών αναφέρουν ότι δεν ακυρώνεται το σχέδιο διασύνδεσης των συστημάτων εισροών – εκροών με τα συστήματα του υπουργείου, αλλά δεν απαντούν στο ερώτημα πώς θα γίνεται τελικά, στην πράξη, ο έλεγχος της αγοράς, όταν θα υπάρχουν δύο διαφορετικές καταγραφές των πωλήσεων (από τα συστήματα εισροών – εκροών και από ταμειακές μηχανές/αντλίες).

Πάντως, έχοντας στη διάθεσή τους στοιχεία για τις πωλήσεις των πρατηρίων από τις ταμειακές μηχανές, οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ, που είχαν αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια από τους ελέγχους στα πρατήρια, λόγω της εγκατάστασης των συστημάτων εισροών – εκροών, θα μπορούν να επανέλθουν σε ελέγχους με τη μέθοδο κλειστής αποθήκης, αντιπαραβάλλοντας αποδείξεις πωλήσεων και τιμολόγια αγορών, χωρίς να ενδιαφέρονται αν το σύστημα εισροών – εκροών μπορεί να δείχνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές.

Η ΑΑΔΕ υποτίθεται ότι διατηρεί το στόχο της για διασύνδεση των συστημάτων εισροών – εκροών ως το τέλος του έτους, αλλά τα συστήματα δεν έχουν πιστοποιηθεί και χρειάζονται πρόσθετα κονδύλια για να ολοκληρωθεί η πιστοποίηση, τα οποία δεν έχουν βρεθεί! Άλλωστε, η ίδια η διαδικασία πιστοποίησης συστημάτων, που δεν έχουν επιστημονικά αποδεκτές προδιαγραφές (δεν αποτελούν μετρητικά όργανα, όπως π.χ. οι αντλίες) και δεν χρησιμοποιούνται διεθνώς για ελεγκτικούς σκοπούς είναι από μόνη της προβληματική.

Έτσι, ύστερα από μια περιπέτεια που κρατάει τουλάχιστον από το 2009, όταν ψηφίσθηκε επί Κ. Χατζηδάκη ο πρώτος νόμος για τα συστήματα εισροών – εκροών, κατ’ απαίτηση των πρατηριούχων και των εταιρειών εμπορίας καυσίμων, όλα δείχνουν ότι η παρακολούθηση των πωλήσεων της αγοράς επιστρέφει στο αρχικό σημείο, δηλαδή στις καταγραφές των ταμειακών μηχανών και των αντλιών.

Και αυτοί οι έλεγχοι, όμως, που γίνονταν από το ΣΔΟΕ στο παρελθόν, έχουν ένα σημαντικό πρόβλημα: οι πρατηριούχοι αγοράζουν τα καύσιμα με αναγωγή στη θερμοκρασία των 15ο Κελσίου και πουλάνε στους καταναλωτές σε λίτρα χωρίς αναγωγή στη θερμοκρασία, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαφορές που οφείλονται στο «φούσκωμα» των καυσίμων λόγω της ζέστης. Αυτό το πρόβλημα υποτίθεται ότι θα λυνόταν με τα συστήματα εισροών – εκροών, που όμως δομήθηκαν με εντελώς αντιεπιστημονικό τρόπο και αποδεικνύονται αναξιόπιστα, με τεράστια ποσοστά αποδεκτού σφάλματος στις μετρήσεις, αλλά και με πολύ εύκολη καταδολίευση από επιτήδειους.

Η λύση στο πρόβλημα, που έχει προταθεί και από στελέχη του ΥΠΟΙΚ στο παρελθόν, θα ήταν η εγκατάσταση συστημάτων μέτρησης του καυσίμου στις αντλίες με αναγωγή στους 15ο Κελσίου (ATC), τα οποία είναι απαραβίαστα και επιστημονικά αποδεκτά, με περιθώριο σφάλματος 0,5%. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, όμως, όλοι οι παράγοντες της ελληνικής αγοράς καυσίμων δεν θέλουν να ακούσουν για αυτά τα συστήματα, που θα έδιναν αποφασιστικό χτύπημα στο λαθρεμπόριο και στην εξαπάτηση των καταναλωτών με ελλειμματικές παραδόσεις καυσίμων...

Διαβαστε επισης