Τράπεζες

Κάνει πίσω ο Στουρνάρας στην κόντρα με τραπεζίτες για τα κόκκινα δάνεια


Αποσύρει η ΤτΕ την πρόβλεψη για νέο κύμα κόκκινων δανείων έως και 10 δισ. ευρώ, όπως και την πρόταση για bad bank

Ένα βήμα πίσω κάνει ο Γιάννης Στουρνάρας στην κόντρα με τους τραπεζίτες για τα νέα κόκκινα δάνεια που θα δημιουργήσει η πανδημία. Στη νέα έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, η Τράπεζα της Ελλάδος αποσύρει την πρόβλεψη που είχε ενοχλήσει τους τραπεζίτες για νέα κόκκινα δάνεια έως και 10 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ότι είναι αδύνατο να γίνουν ακριβείς προβλέψεις. Παράλληλα, η ΤτΕ «εξαφανίζει» και την πρότασή της για bad bank, που είχε απορριφθεί από κυβέρνηση και τραπεζίτες.

Όπως έχει γράψει το Σin, το ζήτημα των προβλέψεων για τα νέα «κόκκινα» δάνεια είχε δημιουργήσει μεγάλες εντάσεις ανάμεσα στην κεντρική τράπεζα και τις διοικήσεις των συστημικών τραπεζών. Ενώ οι διοικήσεις προέβλεπαν μικρού ύψους νέα «κόκκινα» δάνεια από την πανδημία, έως 4 δισ. ευρώ, η Τράπεζα της Ελλάδος από την αρχή της κρίσης ανέβαζε το ποσό στα 8 - 10 δισ. ευρώ.

Αυτή η δυσμενής πρόβλεψη, που επαναλαμβανόταν συνεχώς από την ΤτΕ με παράλληλη υπογράμμιση της αναγκαιότητας να υιοθετηθεί η πρότασή της για bad bank, «στοίχειωνε» τις ελληνικές τράπεζες για μεγάλη χρονική περίοδο και προκαλούσε δυσαρέσκεια των τραπεζιτών, καθώς την επαναλάμβαναν στις εκθέσεις τους όλοι οι επενδυτικοί οίκοι και οι διεθνείς οργανισμοί.

Στη νέα έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, η ΤτΕ σημειώνει μεν ότι μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης θα εμφανισθούν νέα «κόκκινα» δάνεια, αλλά αποφεύγει να κάνει συγκεκριμένες προβλέψεις. «Η σταδιακή απόσυρση των μέτρων στήριξης θα επιδράσει καθοριστικά στη συναλλακτική συμπεριφορά χωρίς να αποκλείεται η δημιουργία νέου κύματος Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων, το οποίο στη παρούσα χρονική συγκυρία δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια», όπως αναφέρεται στην έκθεση.

Μαζί με την πρόβλεψη για τα νέα «κόκκινα» δάνεια, η ΤτΕ αποσύρει και την πρότασή της για την ίδρυση bad bank, η οποία θα απορροφούσε μη εξυπηρετούμενα δάνεια αλλά και αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις από τους τραπεζικούς ισολογισμούς, καθώς εκδηλώθηκαν ισχυρές αντιστάσεις από τις τράπεζες και απορρίφθηκε από την κυβέρνηση.

Η ΤτΕ κάνει πλέον μόνο μια γενική αναφορά στα πρόσθετα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, αποφεύγοντας να αναφέρει την παλαιά πρόταση για bad bank: «απαιτούνται επιπλέον ενέργειες», σημειώνει, «οι οποίες θα διευκολύνουν την εμπροσθοβαρή αναγνώριση των ζημιών λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της πανδημίας και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μαζί με την αντιμετώπιση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων».

Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης

Ειδικότερα, η ΤτΕ σημειώνει, μεταξύ άλλων, στη νέα έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα ότι:

Η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών κατά το 2020 βελτιώθηκε σημαντικά ως αποτέλεσμα της συμπερίληψης των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου στο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme − PEPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της αποδοχής τους ως εξασφαλίσεων στις πράξεις αναχρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα, καθώς και της αξιοσημείωτης αύξησης των καταθέσεων πελατών.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην αύξηση του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών κατά 13,3% το 2020 καθώς και στην αύξηση των θέσεων σε ομόλογα. Τα μέτρα αυτά, σε συνδυασμό με τις παρεμβάσεις της Πολιτείας για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας, ιδιαιτέρως με την παροχή κρατικών εγγυήσεων, συνέβαλαν στην επέκταση της τραπεζικής πίστης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, η οποία ωστόσο θα μπορούσε να είναι ισχυρότερη δεδομένων των συνθηκών ρευστότητας των τραπεζών.

Επίσης, το 2020 συνεχίστηκε η βελτίωση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) υποχώρησαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2020 το συνολικό απόθεμά τους να διαμορφωθεί σε 47,2 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 31,1% ή 21,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2019 (68,5 δισ. ευρώ) με στοιχεία εντός ισολογισμού. Αν και ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παραμένει υψηλός, σε ποσοστό που ανέρχεται στο 30,1%, αξίζει να σημειωθεί ότι η συνολική μείωση των ΜΕΔ σε σχέση με το υψηλότερο σημείο τους, που καταγράφηκε το Μάρτιο του 2016 (107,2 δισ. ευρώ), έφθασε το 56% ή 60 δισ. ευρώ.

Η σαφής αποκλιμάκωση του αποθέματος ΜΕΔ προήλθε κυρίως από διαγραφές και τη μεταφορά ΜΕΔ εντός των τραπεζικών ομίλων στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης συναλλαγών πώλησης μέσω τιτλοποίησης δανείων, οι οποίες προέβλεπαν ταυτόχρονα τον εταιρικό μετασχηματισμό των τραπεζών (hive down). Ταυτόχρονα, η ενεργοποίηση του Σχήματος Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (Hellenic Asset Protection Scheme – HAPS) με τη χορήγηση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου επέδρασε θετικά. Ωστόσο, ο δείκτης ΜΕΔ παραμένει ο υψηλότερος στην ευρωζώνη και πολλαπλάσιος του μέσου όρου τραπεζών αντίστοιχου μεγέθους που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό – SSM (2,6% με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020).

Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες, οι οποίες θα διευκολύνουν την εμπροσθοβαρή αναγνώριση των ζημιών λόγω αυξημένου πιστωτικού κινδύνου εξαιτίας της πανδημίας και την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μαζί με την αντιμετώπιση του προβλήματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων. Η ταχεία και πλήρης αποτύπωση των νέων ΜΕΔ που θα προκύψουν από την πανδημία στους ισολογισμούς των τραπεζών είναι υψίστης σημασίας για την επιλογή των κατάλληλων εργαλείων με σκοπό τη μείωση του αποθέματος και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών.

Οι δείκτες ανθεκτικότητας των τραπεζικών ομίλων επηρεάστηκαν το 2020 από τις επιπτώσεις της πανδημίας αλλά και την εφαρμογή των στρατηγικών μείωσης των ΜΕΔ. Οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν το 2020 υψηλές ζημιές μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2.057 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 203 εκατ. ευρώ το 2019, κυρίως εξαιτίας του σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων χρήσεως για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Συγκεκριμένα, το 2020 σχηματίστηκαν προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο συνολικού ύψους 5,6 δισ. ευρώ, έναντι 2,7 δισ. ευρώ το 2019. Από αυτές, 1 δισ. ευρώ αντανακλά την ενσωμάτωση των δυσμενέστερων μακροοικονομικών προβλέψεων εξαιτίας της πανδημίας στα υποδείγματα των τραπεζών για τον υπολογισμό ζημιών απομείωσης, 1,5 δισ. ευρώ σχετίζεται με την πώληση μεγάλου χαρτοφυλακίου ΜΕΔ από μια σημαντική τράπεζα αξιοποιώντας το Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού και 3,1 δισ. ευρώ αποτελούν γενικές και ειδικές προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο.

Η παραπάνω αρνητική επίδραση αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση των λειτουργικών εσόδων, η οποία οφείλεται κυρίως στον τριπλασιασμό των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και, ειδικότερα, από μη επαναλαμβανόμενα κέρδη του χαρτοφυλακίου ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία αποτελούν την κυριότερη πηγή εσόδων των τραπεζών, παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα.

Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, υποχώρησε έναντι του 2019, παραμένοντας όμως σε ικανοποιητικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη και τα εποπτικά μέτρα κεφαλαιακής ελάφρυνσης. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,9% το Δεκέμβριο του 2020 από 16,2% το Δεκέμβριο του 2019, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) σε 16,6%, από 17,3% αντίστοιχα.

Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στη μείωση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζικών ομίλων, που επηρεάστηκαν αρνητικά από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του ΔΠΧΑ 9 και την καταγραφή ζημιών μετά από φόρους. Ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9, Fully Loaded), ο Δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διαμορφώθηκε σε 12,5% και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου σε 14,2%. Επιπρόσθετα, σημαντική παράμετρο αποτελεί η χαμηλή ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών. Το Δεκέμβριο του 2020 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) ανέρχονταν σε 15,1 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας ποσοστό 53% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων.

Ωστόσο, θετική εξέλιξη αποτελεί η ολοκλήρωση συναλλαγών κεφαλαιακής ενίσχυσης κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών του 2021, όπως η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 1,4 δισ. ευρώ και η έκδοση ομολόγου Additional Tier 1 ύψους 600 εκατ. ευρώ από την Τράπεζα Πειραιώς, καθώς και η έκδοση ομολόγου Tier 2 ύψους 500 εκατ. ευρώ από την Alpha Bank και η επικείμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.

Επισημαίνεται ότι τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος για την προσωρινή κεφαλαιακή ελάφρυνση των πιστωτικών ιδρυμάτων που υπάγονται στην άμεση εποπτεία τους με σκοπό την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την πανδημία COVID-19 θα παραμείνουν σε ισχύ τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2022 . Όσον αφορά τις προοπτικές για την κεφαλαιακή επάρκεια, παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμηθούν είναι η διενέργεια της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test), η οποία είναι σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί τον Ιούλιο του 2021 με τη συνήθη μεθοδολογία , η σταδιακή εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 και η εφαρμογή του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας (prudential backstop).

Το 2021 προβλέπεται σημαντική αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,2% το 2021 και 5,3% το 2022. Ο τραπεζικός τομέας καλείται να προσαρμοστεί άμεσα στο νέο αυτό περιβάλλον προκειμένου να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, ούτως ώστε να διασφαλιστεί τόσο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσο και η ομαλή χρηματοδότηση της οικονομίας στη μετά την πανδημία περίοδο.

Όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την κερδοφορία, αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εξέλιξη της πανδημίας και τις επιπτώσεις της στην πραγματική οικονομία. Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων ασκεί πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους των τραπεζών, αναδεικνύοντας την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών πηγών εσόδων και περαιτέρω εξορθολογισμού του κόστους. Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλει η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με την πελατεία τους να εμφανίζεται πιο δεκτική στην αλλαγή αυτή κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Ωστόσο, η αναμενόμενη αύξηση του πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών εξαιτίας της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα οδηγήσει στην ανάγκη σχηματισμού αυξημένων προβλέψεων, περιορίζοντας περαιτέρω τη δυνατότητά τους για εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου βραχυπρόθεσμα. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ενός διατηρήσιμου επιχειρηματικού μοντέλου που θα επιτρέπει την επίτευξη ενός ικανοποιητικού επιπέδου οργανικής κερδοφορίας αποτελεί μια από τις προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες.

Επιπρόσθετα, χρήζει προσοχής το ζήτημα της υψηλής και συνεχώς αυξανόμενης διασύνδεσης του τραπεζικού συστήματος με την κεντρική κυβέρνηση. Τον Ιούνιο του 2018 η διασύνδεση ανερχόταν σε 13,8% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 18,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ με στοιχεία τέλους έτους 2020 έχει πλέον διαμορφωθεί σε 21,4% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 36,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Με δεδομένα τα ποσοστά διακράτησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου από τις τράπεζες και τις αποτιμήσεις των ομολόγων που παραμένουν υψηλές, μια απότομη προσαρμογή στις τιμές τους λόγω μιας μη αναμενόμενης επιδείνωσης των μακροοικονομικών δεδομένων και σύσφιξης στις συνθήκες χρηματοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της μεταβλητότητας και μείωση της ρευστότητας της αγοράς.

Συνολικά, τα ανοίγματα των ελληνικών σημαντικών τραπεζών σε χρεωστικούς τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα και, κατά συνέπεια, ο κίνδυνος από τις μεταβολές στην αποτίμηση των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου θα παραμείνει. Ομοίως, η διασύνδεση των σημαντικών τραπεζών με την κεντρική κυβέρνηση μέσω της ύπαρξης της οριστικής και εκκαθαρισμένης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), η οποία με στοιχεία τέλους 2020 ανέρχεται σε 53% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, αναμένεται επίσης να αυξηθεί εάν δεν ληφθούν μέτρα. Ο λόγος είναι ότι κατά την υλοποίηση των τιτλοποιήσεων με σκοπό την ελάφρυνση των ισολογισμών από τα ΜΕΔ χρησιμοποιούνται κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται συνολικά το ποσοστό της φορολογικής απαίτησης ως ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.

Τέλος, ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων παραμένει ιδιαίτερα υψηλός, πολλαπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ αναμένεται η καταγραφή νέων ΜΕΔ με τη σταδιακή άρση των μέτρων προστασίας των δανειοληπτών και των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης κατά τη διάρκεια του 2021. Συμπερασματικά, καθίσταται σαφές ότι ενέργειες και πρωτοβουλίες για τη θωράκιση του τραπεζικού συστήματος, που περιλαμβάνουν τον άμεσο υπολογισμό των επιπτώσεων της πανδημίας στους ισολογισμούς των τραπεζών, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις των εποπτικών αρχών, την ανάπτυξη και εφαρμογή στρατηγικών για την αποτελεσματική διαχείριση των νέων ΜΕΔ, καθώς και αποφάσεις ενίσχυσης των κεφαλαίων, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Η γρήγορη επαναφορά σε μία νέα κανονικότητα στη μετά την πανδημία εποχή απαιτεί την ενεργό συνδρομή του τραπεζικού συστήματος, το οποίο θα πρέπει να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει ομαλά την πραγματική οικονομία, επιτελώντας τη δια μεσολαβητική του λειτουργία.