Η ιστορική απόφαση 6/2026 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που απαγόρευσε τον τοκισμό του συνολικού άληκτου κεφαλαίου για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας στον Νόμο Κατσέλη, πανηγυρίστηκε ως τεράστια ασπίδα προστασίας για χιλιάδες δανειολήπτες. Ωστόσο, η ανακούφιση κινδυνεύει να αποδειχθεί πρόσκαιρη. Πιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) ετοιμάζουν την αντεπίθεσή τους, υιοθετώντας μια ερμηνεία της απόφασης που απειλεί να εκτοξεύσει ξανά τις δόσεις στα ύψη.
Αφού το Ανώτατο Δικαστήριο τους αφαίρεσε το δικαίωμα να υπολογίζουν τόκους επί του συνόλου του χρέους (π.χ. 100.000 ευρώ), οι χρηματοδοτικοί φορείς βρήκαν ένα νέο νομικό «παράθυρο», πατώντας στην παραδοσιακή εφαρμογή του Αστικού Κώδικα. Η επιχειρηματολογία τους μπορεί να συνοψιθεί ως εξής: Αφού ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά πάνω στο ποσό της μηνιαίας δόσης (π.χ. στα 500 ευρώ), τότε πρέπει να εφαρμόζεται σωρευτικά ο χρόνος που μεσολαβεί από την έναρξη της ρύθμισης μέχρι την πληρωμή της εκάστοτε δόσης.
Η συνταγή αυτή δημιουργεί μια αριθμητική πρόοδο που οδηγεί στο φούσκωμα της επιβάρυνσης του δανειολήπτη:
- Η 1η δόση θα επιβαρυνθεί με τόκο 1 μήνα. Η 100ή δόση, όμως, θα φορτωθεί με τόκο 100 μηνών, και η 240ή δόση (στο τέλος μιας εικοσαετούς ρύθμισης) θα φέρει τόκο 240 μηνών.
- Στην πράξη, αν μια αρχική δόση 500 ευρώ με σταθερό επιτόκιο 3% έχει τον πρώτο μήνα μια ελάχιστη επιβάρυνση (π.χ. 1,25 ευρώ), στο τέλος της 20ετίας η δόση αυτή θα εκτιναχθεί στα 800 ευρώ.
- Συνολικά, ο δανειολήπτης θα βρεθεί να πληρώνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε «κρυφούς» τόκους, τους οποίους πίστευε ότι είχε γλιτώσει.
Η συλλογιστική αυτή υποστηρίζεται ότι εδράζεται σε συγκεκριμένο χωρίο της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που αναφέρει ότι στην περίπτωση σταθερού επιτοκίου, ο υπολογισμός γίνεται «για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης». Και αν αυτό ισχύει για τις ρυθμίσεις με σταθερό επιτόκιο, δεν μπορεί παρά να ισχύει και για τις ρυθμίσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, άρα καταλαμβάνονται όλες οι ρυθμίσεις, κατά την άποψη των χρηματοδοτικών φορέων.
Αυτή η στενή ερμηνευτική προσέγγιση με βάση τον Αστικό Κώδικα δεν εξηγείται πώς μπορεί να συνάδει με το πνεύμα της απόφασης του Αρείου Πάγου και τον κοινωνικό πυρήνα του Νόμου 3869/2010. Το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στηρίχθηκε στη διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας: το δικαστήριο ορίζει την αρχική δόση με βάση τη «μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής». Αν το όριο ενός νοικοκυριού είναι τα 500 ευρώ, η σταδιακή επιβάρυνση της δόσης μέχρι τα 800 ευρώ αποτελεί ουσιαστικά ακύρωση της δικαστικής προστασίας.
Όλα δείχνουν πως η μάχη για την πρώτη κατοικία δεν τελείωσε με την απόφαση 6/2026. Η προσπάθεια των τραπεζών να «ξαναγράψουν» τον τρόπο εφαρμογής της αναμένεται να πυροδοτήσει έναν νέο, γύρο προσφυγών στα Ειρηνοδικεία της χώρας, με επίδικο τον ακριβή προσδιορισμό του μαθηματικού τύπου υπολογισμού των τόκων. Ουσιαστικά, η δικαστική «μάχη» που κράτησε χρόνια υπάρχει ορατός κίνδυνος να αρχίσει από ένα σημείο.