Ανθεκτική στην κρίση-απόρροια του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με προοπτικές για ισχυρή πορεία το 2026 και το 2027, είναι η ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας. Η ΤτΕ, στην έκθεσή της για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026, καταγράφει τη μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού στη χώρα μας, ωστόσο προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση -υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθεί η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν.
Η Τράπεζα της Ελλάδος συστήνει τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής-δηλαδή στοχευμένα μέτρα και παρεμβάσεις-, με έμφαση στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, θέτοντας ως βασικούς στόχους την αύξηση της παραγωγικότητας και την αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων. Στις εστίες ανησυχίας για την εγχώρια οικονομία, η ΤτΕ ξεχωρίζει τη χαμηλή παραγωγικότητα, τις δημογραφικές πιέσεις και τη συρρικνωμένη αγοραστική δύναμη
Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, στηρίζοντας τη διαδικασία σύγκλισης των πραγματικών εισοδημάτων. Ειδικότερα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 1,9% το 2026 και το 2027, ενώ θα ενισχυθεί οριακά σε 2,0% το 2028. Η ανάπτυξη αναμένεται να στηριχθεί κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ, μετά την πρόσκαιρη ενίσχυσή του λόγω των διεθνών ενεργειακών εξελίξεων και των πληθωριστικών πιέσεων, προβλέπεται να αποκλιμακωθεί σταδιακά κατά την περίοδο πρόβλεψης. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,8% το 2026, από 2,9% το 2025, και στη συνέχεια να υποχωρήσει σε 2,6% το 2027 και 2,3% το 2028, καθώς αναμένεται σταδιακή εξασθένηση των πιέσεων στις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής.
Η πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δημιουργεί ελπίδες τερματισμού των εχθροπραξιών και περαιτέρω αποκλιμάκωσης των τιμών της ενέργειας. Το γεγονός αυτό ενισχύει την πιθανότητα ευνοϊκότερων εξελίξεων για την ελληνική οικονομία. Με βάση το ευνοϊκότερο σενάριο, ο πληθωρισμός επηρεάζεται ελαφρώς πτωτικά και τα μακροοικονομικά μεγέθη σε πραγματικές τιμές βελτιώνονται σε σύγκριση με τις παραπάνω προβλέψεις. Πιο συγκεκριμένα, στο ευνοϊκότερο σενάριο προβλέπεται ταχύτερη μείωση των τιμών τόσο του πετρελαίου όσο και του φυσικού αερίου. Ως αποτέλεσμα, προβλέπεται ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας θα είναι 2,0% το 2026, 2,1% το 2027 και 2,1% το 2028, ενώ ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα διαμορφωθεί σε 3,7% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,2% το 2028.
Προκλήσεις
Η ελληνική οικονομία έχει επιτύχει αξιόλογη πρόοδο τα τελευταία χρόνια, καταγράφοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενισχύοντας τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική της σταθερότητα και προωθώντας σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η πρόοδος αυτή αναγνωρίζεται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Ωστόσο, εξακολουθούν να παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, η αργή μεταβολή του παραγωγικού προτύπου, οι δημογραφικές πιέσεις, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και εργατικού δυναμικού, η περιορισμένη διάχυση της καινοτομίας, η χαμηλή αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή στέγη.
Παράλληλα, η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που συνδέονται με την ενεργειακή εξάρτηση, το επίμονα υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, τις χρόνιες θεσμικές αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη, καθώς και το ακόμη υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους. Επιπλέον, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Τραπεζικό σύστημα: Ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας
Οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν θετικές επιδόσεις κατά τους πρώτους μήνες του 2026, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και υψηλά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας. Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, παρά τις συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και την αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, συνέβαλε στη διατήρηση της ευρωστίας του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών βελτιώθηκε περαιτέρω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι θετικές επιδόσεις του κλάδου αποτυπώνονται επίσης στις συνεχείς αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των τραπεζών από διεθνείς οίκους, καθώς οι τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολόγηση BBB+, δηλαδή μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α.
Προτάσεις πολιτικής
Η οικονομική πολιτική των επόμενων ετών θα πρέπει να επικεντρωθεί στη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο παραγωγικό, εξωστρεφές, καινοτόμο, πράσινο και ανθεκτικό αναπτυξιακό πρότυπο, μέσω ενός συνεκτικού πλέγματος μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.
Βραχυπρόθεσμα, απαιτείται η άσκηση συνετής οικονομικής πολιτικής που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, χωρίς να ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Οι όποιες παρεμβάσεις στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι στοχευμένες, προσωρινές και δημοσιονομικά βιώσιμες, ενώ παράλληλα απαιτείται εντατικοποίηση των ελέγχων για τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού στις αγορές. Μεσοπρόθεσμα, η ενίσχυση του ανταγωνισμού μέσω της άρσης κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων αποτελεί βασικό εργαλείο για τη συγκράτηση των πιέσεων στις τιμές και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η αύξηση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης, η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και η ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Παράλληλα, απαιτείται περαιτέρω απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, πλήρης ψηφιοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και συστηματική αξιολόγηση των κανονιστικών παρεμβάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην αναβάθμιση της ποιότητας των επενδύσεων. Οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν κατά προτεραιότητα σε τομείς που ενισχύουν μόνιμα το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας, όπως η βιομηχανία, η έρευνα και ανάπτυξη, οι ενεργειακές υποδομές, τα logistics, η αγροδιατροφή, η φαρμακοβιομηχανία, οι εξωστρεφείς υπηρεσίες και οι τεχνολογίες αιχμής. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι επενδύσεις σε άυλο κεφάλαιο, καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένες ψηφιακές εφαρμογές.
Καθοριστικής σημασίας είναι, επίσης, η αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων της μετά RRF περιόδου, δηλαδή των πόρων του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου, του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και άλλων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Παράλληλα, απαιτείται μια πιο αποτελεσματική πολιτική για την καινοτομία. Η βελτίωση της διακυβέρνησης του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, η ενίσχυση των συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων, η ανάπτυξη της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και η ταχύτερη υιοθέτηση προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την παραγωγικότητα.
Πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση
Η βελτίωση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση αποτελεί επίσης κρίσιμη προτεραιότητα. Η ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων μέσω της ΕΑΤ, του Ομίλου ΕΤΕπ και του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου, η διεύρυνση της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και η προώθηση εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης μπορούν να περιορίσουν το χρηματοδοτικό κενό, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η συνέχιση της εξυγίανσης των τραπεζικών ισολογισμών και η ταχύτερη αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα ενισχύσουν τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
Η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανθεκτικότητας της οικονομίας προϋποθέτει την επιτάχυνση επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση, δίκτυα και διασυνδέσεις, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές, πολιτική προστασία και προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, καθώς και ολοκληρωμένη διαχείριση φυσικών κινδύνων. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων μέσω έργων ύδρευσης και εξοικονόμησης υδάτων, βελτίωσης της διαχείρισης αποβλήτων, ενίσχυσης της ανακύκλωσης και προώθησης της κυκλικής οικονομίας.
Στην αγορά εργασίας απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύσουν τη συμμετοχή γυναικών, νέων, ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας και ευάλωτων ομάδων. Η επέκταση των δομών παιδικής μέριμνας και μακροχρόνιας φροντίδας, η προώθηση ευέλικτων μορφών εργασίας και η ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό απασχόλησης. Παράλληλα, η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου προϋποθέτει βελτίωση της εκπαίδευσης, ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης, ανάπτυξη ψηφιακών δεξιοτήτων και ισχυρότερη σύνδεση των δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Η αντιμετώπιση του στεγαστικού ζητήματος απαιτεί αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω ταχύτερων αδειοδοτήσεων, αξιοποίησης αδρανών ακινήτων, ενίσχυσης των επενδύσεων σε κατοικίες και ανάπτυξης πολιτικών προσιτής και κοινωνικής στέγασης. Παράλληλα, η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής προϋποθέτει αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας φροντίδας, αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού και μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων όσον αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες.
Τέλος, η διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας απαιτεί τη συνέχιση της επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων και τη διατήρηση της καθοδικής πορείας του δημόσιου χρέους, καθώς και την περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισμού και της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.