Οικονομία

ΔΟΕ: Η γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μ.Ανατολή αναδιατάσσει τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη


Σε τροχιά μόνιμου δομικού μετασχηματισμού εισέρχεται η παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα, καθώς η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή υποχρεώνει κυβερνήσεις και διεθνείς επενδυτικούς κολοσσούς να αναθεωρήσουν εκ βάθρων τους σχεδιασμούς τους. Η ανάγκη για άμεση ενεργειακή ασφάλεια και θωράκιση της εφοδιαστικής αλυσίδας οδηγεί σε ένα πρωτοφανές κύμα επενδύσεων, με έμφαση στην ενεργειακή αυτάρκεια και την αξιοποίηση των εγχώριων πόρων.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση-ορόσημο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA / ΔΟΕ), η τρέχουσα συγκυρία αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη ενεργειακή κρίση που βιώνει ο πλανήτης μέσα σε μια πενταετία, με τα χαρακτηριστικά της να προμηνύουν αλλαγές αντίστοιχες με εκείνες των πετρελαϊκών σοκ της δεκαετίας του 1970.

Όπως υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής του Οργανισμού, Φατίχ Μπιρόλ, βρισκόμαστε εν μέσω της σοβαρότερης κρίσης ενεργειακής ασφάλειας που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος και αυτή θα αναδιαμορφώσει τις επενδυτικές στρατηγικές σε παγκόσμια κλίμακα.

Οι συνολικές κεφαλαιακές ροές στον παγκόσμιο ενεργειακό τομέα αναμένεται να αγγίξουν για το τρέχον έτος το αστρονομικό ποσό των 3,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, καταγράφοντας μικρή άνοδο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η κατανομή αυτών των κεφαλαίων αποτυπώνει ανάγλυφα τη διπλή στρατηγική που υιοθετούν οι αγορές.

Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων, ύψους 2,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, κατευθύνεται πλέον σε καθαρές τεχνολογίες και υποδομές, όπως ηλεκτρικά δίκτυα, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, καύσιμα χαμηλών εκπομπών, πυρηνική ενέργεια, ανανεώσιμες πηγές και προγράμματα ενεργειακής αποδοτικότητας. Την ίδια στιγμή, περίπου 1,2 τρισεκατομμύριο δολάρια αναμένεται να επενδυθούν σε ορυκτά καύσιμα, καθώς η ανάγκη για άμεση επάρκεια κρατά ψηλά τη χρηματοδότηση του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του άνθρακα.

Η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια των γεωπολιτικών συγκρούσεων και οι αρρυθμίες στις μεταφορές δημιουργούν συνθήκες δύο ταχυτήτων στις αγορές των παραδοσιακών καυσίμων. Παρά το γεγονός ότι οι τιμές του αργού διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, οι επενδύσεις στην εξόρυξη και την παραγωγή πετρελαίου προβλέπεται να μειωθούν για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, υποχωρώντας κάτω από το φράγμα των 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθώς οι εταιρείες φοβούνται μια απότομη μεταβολή του κύκλου της αγοράς.

Στον αντίποδα, το φυσικό αέριο αναδεικνύεται στον μεγάλο κερδισμένο, με τις επενδύσεις να εκτινάσσονται στα 330 δισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Η τάση αυτή τροφοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από την κατασκευή νέων, γιγαντιαίων τερματικών σταθμών και έργων εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ.

Η ανάγκη των χωρών που εξαρτώνται από εισαγωγές να οχυρώσουν τις οικονομίες τους παράγει αξιοσημείωτα παράδοξα, συνδυάζοντας την πράσινη στροφή με την αναγκαστική επιστροφή σε παραδοσιακές λύσεις. Από τη μία πλευρά, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αναμένεται να προσελκύσουν κεφάλαια ύψους 665 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με την ηλιακή ενέργεια να κυριαρχεί απόλυτα απορροφώντας τα 365 δισεκατομμύρια, ενώ οι επενδύσεις στην πυρηνική ενέργεια θα ξεπεράσουν τα 80 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η ανάγκη για άμεση και φθηνή ηλεκτροπαραγωγή αναγκάζει πολλές περιοχές να στηριχθούν στον άνθρακα, με τις σχετικές επενδύσεις να αγγίζουν τα 180 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2012.

Τέλος, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο μεγάλο στοίχημα των υποδομών, καθώς η μαζική είσοδος των ανανεώσιμων πηγών απαιτεί ριζική αναβάθμιση της χωρητικότητας των δικτύων. Για τον σκοπό αυτό, οι παγκόσμιες επενδύσεις σε ηλεκτρικές υποδομές και δίκτυα μεταφοράς αναμένεται να προσεγγίσουν το 1,6 τρισεκατομμύριο δολάρια, ενώ τα κεφάλαια για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας μέσω μπαταριών θα σπάσουν το φράγμα των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το τελικό συμπέρασμα για την αγορά είναι ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί μια απλή, παροδική διατάραξη των διεθνών τιμών, αλλά τον καταλύτη για ένα νέο, εξαιρετικά κοστοβόρο και σύνθετο ενεργειακό μοντέλο, όπου η ασφάλεια του εφοδιασμού προτάσσεται ξεκάθαρα έναντι του οικονομικού κόστους.

Διαβαστε επισης