Η ενίσχυση του ελβετικού φράγκου εν μέσω γεωπολιτικής αστάθειας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα γνώριμο δίλημμα για την Ελβετική Εθνική Τράπεζα (SNB): να προστατεύσει την οικονομία από τον αποπληθωρισμό ή να αποφύγει νέα σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Η κεντρική τράπεζα διατήρησε το βασικό επιτόκιο στο 0%, αλλά ξεκαθάρισε ότι είναι πιο πρόθυμη να παρέμβει στην αγορά συναλλάγματος, προκειμένου να ανακόψει την υπερβολική ανατίμηση του φράγκου.
Η απόφαση συνδέεται άμεσα με την ένταση στη Μέση Ανατολή, που ενισχύει τη ζήτηση για «ασφαλή καταφύγια», όπως το ελβετικό νόμισμα.
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενέχει πολιτικό κόστος. Η Ουάσιγκτον, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την Ελβετία για χειραγώγηση νομίσματος, επιβάλλοντας στο παρελθόν ακόμη και υψηλούς δασμούς. Παρά τις διαψεύσεις της Βέρνης, ο κίνδυνος νέας εμπορικής έντασης παραμένει υπαρκτός.
Το ισχυρό φράγκο, αν και αντανακλά εμπιστοσύνη των αγορών, δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την ελβετική οικονομία. Πιέζει προς τα κάτω τον πληθωρισμό –που ήδη κινείται οριακά στο 0,1%– και καθιστά τις εξαγωγές λιγότερο ανταγωνιστικές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η SNB καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές: άμεσες παρεμβάσεις στο συνάλλαγμα ή επιστροφή σε αρνητικά επιτόκια, ένα μέτρο ιδιαίτερα αντιδημοφιλές που εγκαταλείφθηκε μόλις το 2022.
Η τράπεζα φαίνεται να προκρίνει προς το παρόν την πρώτη λύση, δηλαδή την πώληση φράγκων και την αγορά ξένων νομισμάτων, κυρίως ευρώ. Αναλυτές εκτιμούν ότι τέτοιες κινήσεις ενδέχεται να έχουν ήδη ξεκινήσει, αν και δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής συγκυρία περιπλέκει περαιτέρω την εικόνα. Η αύξηση των τιμών ενέργειας ενισχύει τους πληθωριστικούς κινδύνους βραχυπρόθεσμα, αλλά οι φόβοι για παγκόσμια επιβράδυνση –αν η κρίση κλιμακωθεί– θα μπορούσαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το φράγκο, εντείνοντας την ανάγκη παρέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, η Ελβετία κινείται σε ένα λεπτό γεωοικονομικό σκοινί: από τη μία πλευρά η ανάγκη διατήρησης της νομισματικής σταθερότητας και από την άλλη ο κίνδυνος να βρεθεί ξανά στο στόχαστρο των ΗΠΑ για τις συναλλαγματικές της πρακτικές.