Σημαντικά χαμηλότερο σωματικό βάρος φαίνεται να έχουν οι παντρεμένοι που νιώθουν συναισθηματική στήριξη από τον σύντροφό τους, σύμφωνα με νέα μελέτη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA), η οποία συνδέει την ποιότητα της σχέσης με τη λειτουργία του εγκεφάλου, το μικροβίωμα του εντέρου και τη ρύθμιση της όρεξης.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gut Microbes, δείχνει ότι οι παντρεμένοι συμμετέχοντες που δήλωσαν υψηλά επίπεδα συναισθηματικής υποστήριξης, είχαν δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) κατά μέσο όρο πέντε μονάδες χαμηλότερο σε σύγκριση με όσους βρίσκονταν σε γάμους χωρίς ουσιαστική συναισθηματική σύνδεση.
Το εύρημα αυτό έρχεται να εξηγήσει γιατί προηγούμενες μελέτες για τον γάμο και το βάρος κατέληγαν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα: άλλες έδειχναν αύξηση βάρους μετά τον γάμο, ενώ άλλες καλύτερη υγεία. Η νέα μελέτη μετατοπίζει το επίκεντρο από τον θεσμό του γάμου καθαυτό στην ποιότητα της συναισθηματικής σχέσης.
Πώς έγινε η έρευνα
Οι ερευνητές μελέτησαν 94 ενήλικες από την ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες, συλλέγοντας έναν ασυνήθιστο συνδυασμό δεδομένων:
- μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου για την αντίδραση σε εικόνες τροφής,
- δείγματα κοπράνων για ανάλυση του εντερικού μικροβιώματος και των μεταβολιτών,
- αιματολογικές εξετάσεις για τη μέτρηση της ωκυτοκίνης,
- ερωτηματολόγια για τις σχέσεις, το άγχος και συμπτώματα εθισμού στο φαγητό.
Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να αξιολογήσουν κατά πόσο νιώθουν κατανόηση, φροντίδα και συναισθηματική στήριξη από τους άλλους, καθώς και να δηλώσουν την οικογενειακή τους κατάσταση.
Η ωκυτοκίνη ως «κρίκος» σύνδεσης
Η ωκυτοκίνη -γνωστή ως «ορμόνη του δεσμού»- απελευθερώνεται κατά τη σωματική επαφή, τον τοκετό και τις στιγμές συναισθηματικής εγγύτητας. Τα τελευταία χρόνια έχει φανεί ότι παίζει ρόλο και στη ρύθμιση της όρεξης και της διατροφικής συμπεριφοράς.
Στη μελέτη, οι παντρεμένοι συμμετέχοντες εμφάνισαν γενικά υψηλότερα επίπεδα ωκυτοκίνης από τους ανύπαντρους, αν και η διαφορά δεν έφτασε τα κλασικά όρια στατιστικής σημαντικότητας.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι σταθερές, υποστηρικτικές σχέσεις ενδέχεται να ενισχύουν διαρκώς την έκκριση της ορμόνης, επηρεάζοντας τόσο τον εγκέφαλο όσο και το έντερο.
Ο εγκέφαλος «αντιστέκεται» καλύτερα στο φαγητό
Οι απεικονιστικές εξετάσεις έδειξαν ότι οι παντρεμένοι με υψηλή συναισθηματική στήριξη παρουσίαζαν αυξημένη δραστηριότητα στον ραχιοπλάγιο προμετωπιαίο φλοιό, περιοχή που σχετίζεται με τον αυτοέλεγχο, τη λήψη αποφάσεων και την αντίσταση στις παρορμήσεις.
Αντίθετα, στους ανύπαντρους συμμετέχοντες, το επίπεδο συναισθηματικής στήριξης δεν φάνηκε να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την εγκεφαλική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η δυναμική του γάμου μπορεί να λειτουργεί ως «άσκηση αυτοελέγχου», καθώς απαιτεί συχνά την υπέρβαση εγωκεντρικών παρορμήσεων προς όφελος της σχέσης.
Το έντερο ανταποκρίνεται στις σχέσεις
Η μελέτη εξέτασε επίσης τον μεταβολισμό της τρυπτοφάνης, ενός αμινοξέος που λαμβάνεται από τη διατροφή και χρησιμοποιείται για την παραγωγή σεροτονίνης. Το εντερικό μικροβίωμα μετατρέπει την τρυπτοφάνη σε διάφορους μεταβολίτες, με θετικές ή αρνητικές επιδράσεις.
Όσοι δήλωσαν υψηλή συναισθηματική στήριξη εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα ινδόλης και ινδόλης-3-καρβοξυλικού, ουσιών με αντιφλεγμονώδεις και νευροπροστατευτικές ιδιότητες, και χαμηλότερα επίπεδα 3-ινδοξυλοθειικού, που έχει συνδεθεί με φλεγμονή και γνωστικές διαταραχές.
Στους παντρεμένους με ισχυρή συναισθηματική σύνδεση καταγράφηκαν επίσης υψηλότερα επίπεδα πικολινικού, μεταβολίτη της τρυπτοφάνης που σχετίζεται με τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού.
Ένα ενιαίο σύστημα εγκεφάλου – εντέρου
Στατιστικά μοντέλα έδειξαν ότι τα ευρήματα συνδέονται σε μια ενιαία αλυσίδα: οι θετικές κοινωνικές σχέσεις αυξάνουν την ωκυτοκίνη, η οποία επηρεάζει τα εγκεφαλικά κυκλώματα ελέγχου της όρεξης και ταυτόχρονα τη χημεία του εντέρου, με επιπτώσεις στη φλεγμονή και τον μεταβολισμό.
Η συσχέτιση μεταξύ εγκεφαλικής δραστηριότητας και εντερικών μεταβολιτών ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, υποδηλώνοντας στενή επικοινωνία μεταξύ κεντρικού νευρικού συστήματος και πεπτικού σωλήνα.
Περιορισμοί και προεκτάσεις
Το δείγμα ήταν κυρίως ισπανόφωνο, ηλικίας 18 έως 54 ετών, με τους περισσότερους συμμετέχοντες να βρίσκονται ήδη σε υπέρβαρα επίπεδα, γεγονός που περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η μελέτη ήταν συγχρονική και όχι μακροχρόνια.
Παρά τους περιορισμούς, τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η παχυσαρκία επηρεάζει πάνω από το 40% των ενηλίκων στις ΗΠΑ και αντίστοιχα ποσοστά στο σύνολο του ανεπτυγμένου κόσμου.
Η έρευνα υποδηλώνει ότι, πέρα από τη διατροφή και την άσκηση, η ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο και στη ρύθμιση του βάρους και της υγείας.