Κοινωνική Ευθύνη

Γιατί το ESG αγγίζει έμμεσα και ΜμΕ, ακόμη κι αν δεν έχουν υποχρέωση


Για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα το όλο θέμα του ESG έμοιαζε μέχρι πρόσφατα αρκετά μακρινό. Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες θεωρούνταν υπόθεση των πολυεθνικών, των εισηγμένων ομίλων και των μεγάλων εταιρειών που διαθέτουν ολόκληρα τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης. Σε έναν βαθμό, αυτό παραμένει αλήθεια. Ωστόσο, ενώ οι ΜμΕ μένουν εκτός του υποχρεωτικού πλαισίου, στην πραγματικότητα επηρρεάζονται εμμέσως.

Το ευρωπαϊκό πακέτο Omnibus του 2026 περιόρισε σημαντικά το πεδίο εφαρμογής ορισμένων υποχρεώσεων reporting, μειώνοντας τον αριθμό των επιχειρήσεων που υπάγονται άμεσα στις απαιτήσεις της Οδηγίας για την Υποβολή Εκθέσεων Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSRD). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τις αλλαγές ως προσπάθεια μείωσης διοικητικού βάρους και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. 

Παρ' όλα αυτά, για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, το ESG αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα ακριβώς τη στιγμή που φαίνεται πως μένουν εκτός υποχρεωτικού πλαισίου. Η πίεση δεν έρχεται πλέον από τη νομοθεσία, αλλά από την ίδια την αγορά.

Για παράδειγμα, μια μικρή εξαγωγική εταιρεία μπορεί να μη χρειάζεται να δημοσιεύσει επίσημη έκθεση βιωσιμότητας. Αν όμως προμηθεύει έναν μεγάλο ευρωπαϊκό όμιλο, είναι πολύ πιθανό να της ζητηθούν στοιχεία για εκπομπές, ενεργειακή κατανάλωση, πολιτικές εργασίας ή διαδικασίες προμηθευτών.

Ένα μικρό εργοστάσιο μπορεί να μην υπάγεται άμεσα στην CSRD. Αν όμως εξαρτάται από τραπεζικό δανεισμό ή συνεργάζεται με πολυεθνικές εταιρείες, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με ερωτήματα γύρω από το ESG προφίλ του.

Κάπως έτσι, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αρχίζουν να εισέρχονται στη νέα εποχή όχι μέσω ρυθμιστικής υποχρέωσης, αλλά μέσω αλυσίδων εξάρτησης.

Το ESG κατεβαίνει στην εφοδιαστική αλυσίδα

Η μεγάλη αλλαγή του 2026 είναι ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν εξετάζονται πλέον μόνο για τη δική τους λειτουργία. Οι επενδυτές, οι εποπτικές αρχές και οι τράπεζες ζητούν όλο και περισσότερο στοιχεία για ολόκληρη την αλυσίδα δραστηριότητάς τους. Αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλες εταιρείες χρειάζονται δεδομένα και από τους προμηθευτές τους.

Η Οδηγία CSRD και τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS) ενισχύουν σημαντικά τη λογική της αλυσίδας αξίας, απαιτώντας από τις επιχειρήσεις να εξετάζουν επιπτώσεις και κινδύνους πέρα από τα στενά όρια της δικής τους λειτουργίας (EFRAG).

Στην πράξη, αυτό δημιουργεί μια αλυσιδωτή μετάδοση υποχρεώσεων. Για παράδειγμα:

  • Ένας μεγάλος όμιλος λιανεμπορίου μπορεί να ζητήσει από μικρότερους προμηθευτές στοιχεία για συσκευασίες, κατανάλωση ενέργειας ή διαδικασίες ανακύκλωσης.
  • Μια βιομηχανία που εξάγει στην Κεντρική Ευρώπη μπορεί να πιεστεί να χαρτογραφήσει το ανθρακικό αποτύπωμα παραγωγής της.
  • Μια εταιρεία τροφίμων μπορεί να χρειαστεί να αποδείξει την ιχνηλασιμότητα πρώτων υλών ή τις συνθήκες εργασίας στην εφοδιαστική της αλυσίδα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της πίεσης δεν έχει ακόμη πλήρως θεσμοθετημένο χαρακτήρα. Λειτουργεί περισσότερο ως εμπορικός μηχανισμός επιλογής συνεργατών. Και αυτό ίσως είναι πιο ισχυρό από την ίδια τη νομοθεσία.

Οι τράπεζες και οι εξαγωγές αλλάζουν το τοπίο

Η δεύτερη μεγάλη πηγή πίεσης είναι η χρηματοδότηση.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες ενσωματώνουν σταδιακά κλιματικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους στις διαδικασίες αξιολόγησης πελατών και χρηματοδοτήσεων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών πιέζουν τα πιστωτικά ιδρύματα να χαρτογραφούν καλύτερα τους κινδύνους που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και τη βιωσιμότητα.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρότερες επιχειρήσεις μπορεί σταδιακά να χρειαστεί να παρέχουν περισσότερα δεδομένα για ενεργειακή κατανάλωση, περιβαλλοντικούς κινδύνους ή λειτουργική ανθεκτικότητα.

Παράλληλα, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις βρίσκονται ήδη μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Οι μεγάλες αγορές της Ευρώπης, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ευρώπη, κινούνται ταχύτερα προς την ενσωμάτωση ESG κριτηρίων στις εμπορικές σχέσεις. Σε αρκετούς κλάδους, από τη βιομηχανία μέχρι τα τρόφιμα και τα δομικά υλικά, οι απαιτήσεις για δεδομένα βιωσιμότητας αρχίζουν να αποτελούν μέρος της ίδιας της εμπορικής αξιολόγησης.

Για πολλές ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή ανταγωνισμού. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η τιμή ή η ποιότητα του προϊόντος. Είναι και η δυνατότητα παροχής αξιόπιστων πληροφοριών για τον τρόπο παραγωγής, την κατανάλωση πόρων και την ανθεκτικότητα της λειτουργίας.

Η νέα ανισότητα της αγοράς

Η μετάβαση αυτή δεν επηρεάζει όλες τις επιχειρήσεις με τον ίδιο τρόπο. Οι μεγαλύτεροι όμιλοι διαθέτουν συνήθως περισσότερους πόρους, τεχνολογικές υποδομές και εξειδικευμένα στελέχη για να οργανώσουν συστήματα ESG reporting. Για πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντίθετα, ακόμη και η βασική συλλογή δεδομένων αποτελεί δύσκολη διαδικασία.

Ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης πενταετίας: Το ESG κινδυνεύει να λειτουργήσει ως νέος μηχανισμός συγκέντρωσης ισχύος υπέρ μεγαλύτερων και καλύτερα οργανωμένων επιχειρήσεων. Όσες μπορούν να παράγουν αξιόπιστα δεδομένα, να αποδείξουν συμμόρφωση και να προσαρμοστούν ταχύτερα στις απαιτήσεις των αγορών ενδέχεται να αποκτήσουν σημαντικό πλεονέκτημα.

Οι μικρότερες επιχειρήσεις δεν αποκλείεται να βρεθούν σε πιο δύσκολη θέση, όχι απαραίτητα επειδή λειτουργούν λιγότερο βιώσιμα, αλλά επειδή δυσκολεύονται να το αποδείξουν.

Α.Ν

Διαβαστε επισης