Διεθνή

Ο Ζελένσκι στρέφεται στην Ευρώπη για ειρηνευτική διαμεσολάβηση


Με τις αμερικανικές προσπάθειες διαμεσολάβησης να έχουν ουσιαστικά παγώσει και τη Ουάσιγκτον να στρέφει την προσοχή της στη Μέση Ανατολή, το Κίεβο επιδιώκει ενεργότερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, εκτιμώντας ότι οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις στη Ρωσία δημιουργούν νέα περιθώρια για διπλωματική πρόοδο.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μετέβη στο Λονδίνο για να συναντηθεί με τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν την ανάληψη πιο ενεργού ρόλου στις προσπάθειες τερματισμού του πολέμου, έπειτα από περισσότερο από έναν χρόνο ανεπιτυχών αμερικανικών διαμεσολαβητικών πρωτοβουλιών.

Οι συνομιλίες που διεξάγονταν με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν ουσιαστικά βαλτώσει, καθώς η Μόσχα επιμένει στις εδαφικές της απαιτήσεις, ενώ η αμερικανική διπλωματία έχει μεταφέρει σημαντικό μέρος της προσοχής της στις εξελίξεις γύρω από τη σύγκρουση με το Ιράν.

Η Ουκρανία και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της εκτιμούν ότι οι πρόσφατες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ρωσία τόσο στο πεδίο των επιχειρήσεων, όσο και στην οικονομία ενδέχεται να δημιουργούν νέες προϋποθέσεις για επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων, καθιστώντας μια συμφωνία ειρήνης πιο ελκυστική για το Κρεμλίνο.

Το άνοιγμα Ζελένσκι προς την Ευρώπη

Σε επιστολή του την προηγούμενη εβδομάδα προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Ζελένσκι πρότεινε την επανέναρξη των συνομιλιών, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «η Ευρώπη πρέπει να αποτελεί μέρος αυτής της διαδικασίας».

Η θέση αυτή σηματοδοτεί μια εμφανή μετατόπιση της ουκρανικής στρατηγικής. Ενώ στο παρελθόν το Κίεβο στηριζόταν κυρίως στις αμερικανικές πρωτοβουλίες, πλέον ζητά ανοιχτά πιο ενεργή εμπλοκή των βασικών ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Σε συνέντευξή του στο αμερικανικό δίκτυο CBS ο Ουκρανός πρόεδρος πρότεινε μάλιστα ένα σχήμα εκπροσώπησης της Ευρώπης μέσω των τριών μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων που στηρίζουν στρατιωτικά και πολιτικά την Ουκρανία: της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφεύγουν να παρουσιάσουν τον εαυτό τους ως αντικαταστάτη των ΗΠΑ στον ρόλο του διαμεσολαβητή, έναν ρόλο που έχει ήδη απορρίψει και η Μόσχα. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη πρέπει να συμμετέχει ως πρόσθετος παράγοντας σε μια διαδικασία που θα καθορίσει την ασφάλεια της ηπείρου για τις επόμενες δεκαετίες.

Μετά τη συνάντηση στο Λονδίνο, οι τέσσερις ηγέτες εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία υπογράμμισαν ότι η Ευρώπη έχει «σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει σε οποιαδήποτε διευθέτηση», ως σταθερός υποστηρικτής της Ουκρανίας.

Ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Αλεξάντερ Στουμπ, δήλωσε επίσης ότι η Ευρώπη οφείλει να εξετάσει κατά πόσο η τρέχουσα αμερικανική πολιτική έναντι της Ρωσίας και της Ουκρανίας εξυπηρετεί τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, υποστηρίζοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται μεγαλύτερη ευρωπαϊκή παρέμβαση.

Γιατί αλλάζει το σκηνικό

Μέχρι πρόσφατα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποδέχονταν σιωπηρά την αμερικανική πρωτοκαθεδρία στις διαπραγματεύσεις, παρά το γεγονός ότι οι συνομιλίες δεν απέδιδαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Βασικός λόγος ήταν ότι η Ρωσία, έχοντας τότε το πλεονέκτημα στο πεδίο των μαχών, επέμενε σε εδαφικές παραχωρήσεις που το Κίεβο θεωρούσε αδιαπραγμάτευτες. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, είχε παραδεχθεί ήδη από τον προηγούμενο μήνα ότι οι συνομιλίες δεν απέφεραν αποτελέσματα.

Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται μέσα στο 2026 για δύο βασικούς λόγους.

Πρώτον, η κοινή αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν μετέφερε το επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας ουσιαστικά σε πάγωμα των πρωτοβουλιών για την Ουκρανία.

Δεύτερον, η στρατιωτική εικόνα της Ρωσίας επιδεινώθηκε αισθητά. Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν σημειώσει ελάχιστη πρόοδο από τις αρχές του έτους, αδυνατώντας να διασπάσουν τις ουκρανικές αμυντικές γραμμές, που βασίζονται εκτεταμένα στη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ενώ παράλληλα δέχονται επιθέσεις στις γραμμές ανεφοδιασμού τους.

Η Ουκρανία έχει εντείνει παράλληλα τα πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, στοχεύοντας έναν από τους βασικούς πυλώνες χρηματοδότησης της πολεμικής προσπάθειας της Μόσχας.

Η στρατηγική αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη εκστρατεία επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας, η οποία πλέον αγγίζει ακόμη και πόλεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σχετικά προστατευμένες από τις συνέπειες του πολέμου, όπως η Αγία Πετρούπολη.

Η Ρωσία, από την πλευρά της, έχει εντείνει τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον ουκρανικών πόλεων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων και βιομηχανικών υποδομών. Οι ουκρανικές αρχές υποστήριξαν την Κυριακή ότι ρωσικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε εγκατάσταση αποθήκευσης πυρηνικών καυσίμων κοντά στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν υπήρχαν καύσιμα στο κτίριο τη στιγμή της επίθεσης και ότι τα επίπεδα ραδιενέργειας παρέμειναν εντός ασφαλών ορίων.

Ο Ζελένσκι εκτιμά ότι οι αυξανόμενες απώλειες και οι δυσκολίες της Ρωσίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν τελικά το Κρεμλίνο πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Στήριξη χωρίς υποχωρήσεις

Η πιθανή ευρωπαϊκή συμμετοχή στις συνομιλίες δεν σημαίνει αλλαγή στάσης ως προς τη στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο. Αντιθέτως, οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι η ενίσχυση της Ουκρανίας αποτελεί βασικό μέσο αύξησης του κόστους συνέχισης του πολέμου για τη Ρωσία και άρα μοχλό πίεσης για την επίτευξη διαπραγματεύσεων.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εγκρίνει χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 106 δισ. δολαρίων για την Ουκρανία, το οποίο αναμένεται να καλύψει σημαντικό μέρος των αναγκών της πολεμικής προσπάθειας κατά τα επόμενα δύο χρόνια.

Παράλληλα, οι ηγέτες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ανακοινώσεων στήριξης στις επόμενες διεθνείς συνόδους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αύξηση της παραγωγής συστημάτων αεράμυνας και όπλων μεγάλου βεληνεκούς.

Η συνάντηση του Λονδίνου ανέδειξε έτσι μια νέα πραγματικότητα: καθώς η αμερικανική εμπλοκή στις ειρηνευτικές προσπάθειες υποχωρεί, η Ευρώπη επιχειρεί να διεκδικήσει πιο ενεργό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση μιας πιθανής συμφωνίας, όσο και στη διαχείριση των συνεπειών ενός πολέμου που επηρεάζει άμεσα τη δική της ασφάλεια.

Διαβαστε επισης