Με Άποψη

Η νέα φάση του «ερντογανισμού» στην Τουρκία


Τα αποτελέσματα των πρόσφατων διπλών εκλογών στη γείτονα έφεραν για άλλη μια φορά πρώτο –με πολύ μικρότερη βέβαια διαφορά σε σχέση με εκλογικές αναμετρήσεις του παρελθόντος– τον Ταγίπ Ερντογάν, χρίζοντας τον για τέταρτη φορά Πρόεδρο και εκκινώντας έτσι άλλη μια περίοδο «ερντογανισμού» στη χώρα.

Αν αποπειραθούμε μια βραχεία ανάλυση των λόγων που έφεραν τον συγκεκριμένο πολιτικό ξανά στην ηγεσία της Τουρκίας θα πρέπει –μεταξύ άλλων– να μιλήσουμε για μια εμπεδωμένη εξουσία που πλέον ενυπάρχει στο κράτος, μια εξουσία που ουσιαστικά ταυτίζεται μαζί του και αναπαράγεται κατά τον ίδιο τρόπο. Η κρατική με την κομματική εξουσία του ΑΚΡ είναι ένα και το αυτό, γεγονός που σημαίνει ότι η αυταρχική εξουσία του κόμματος απορρέει και νομιμοποιείται από το κράτος – και το αντίστροφο. Με αυτό τον τρόπο εμπεδώνεται –και θεσμικά– δημοκρατικό έλλειμα τόσο συστηματικό και χρόνιο, ώστε οι πολίτες ναυιοθετούν τη λογική αποδοχής έως και στήριξής του – ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν γενιές ολόκληρες νέων Τούρκων πολιτών που δεν έχουν γνωρίσει άλλη εξουσία από αυτή του Ερντογάν και του ΑΚΡ. 

Παράλληλα, οι πάρα πολλές οργανώσεις που συνιστούν τον κοινωνικό βραχίονα του ΑΚΡ (θρησκευτικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές, οικονομικές, αθλητικές, νεολαίας, γυναικείες κ.λπ.) προσέγγισαν επί χρόνια κάθε κοινωνική ομάδα και ηλικία, προσφέροντας, κατά περίπτωση και συνδυαστικά, οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ενίσχυση, μαζί με προπαγάνδα. Οι μηχανισμοί αυτοί εργάστηκαν λοιπόν υπέρ του κόμματος έχοντας κρατική κάλυψη και έφτασαν ως τα άκρα προκειμένου να στηρίξουν το ΑΚΡ και να επιβεβαιώσουν την εξουσία τους. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση δυσκολεύτηκε να προσεγγίσει τη λεγόμενη κοινωνία των πολιτών, καθώς έμεινε προσηλωμένη σε ακροδεξιές ιδέες και προσεγγίσεις, φέρνοντας σε αδιέξοδο αριστερούς και Κούρδους του HDP, που ωστόσο στάθηκαν δίπλα τους, τουλάχιστον στο επίπεδο του επίσημου κόμματος. 

Επιπλέον, πολλοί ψηφοφόροι του ΑΚΡ από φτωχές περιοχές τηςΑνατολίαςμε αγροτική ανάπτυξη, προσηλωμένοι σε συντηρητικές αξίες και στη θρησκεία, δεν ξέχασαν ότι χάρη στην επιδοματική πολιτική του ΑΚΡ είχαν μια βελτίωση στις συνθήκες ζωής τους και χάρη στον θρησκευτικό του προσανατολισμόμπόρεσαν να εκφράσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ακόμη και να δουν το επίσημο κράτος να τις ενστερνίζεται και να τις στηρίζει. Εν αντιθέσει με τις κεμαλικές κυβερνήσεις, που τους είχαν καταπιέσει πολλαπλά και τους είχαν θέσει σε ένα ιδιότυπο κοινωνικό περιθώριο. Η ελευθερίατηςθρησκευτικής λατρείας, η χρήση και νοηματοδότηση των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο, όλα αυτά συνέβησαν επί ΑΚΡ και Ερντογάν, και ένα σημαντικό μέρος του τουρκικού λαού έτεινε να διατηρήσει αυτή τη δυνατότητα ως σημαντική-ταυτοτική για το ίδιο, παρότι αντίστροφα κινήθηκαν–πάλι παραδοσιακά– οι πληθυσμοί των μεγάλων πόλεων και των παραλίων.  

Αυτά βέβαια σε ένα πρώτο επίπεδο και χωρίς να ξεχνάμε ότι, μετά το 2013 και την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί και μετά το 2016 και την απόπειρα του «ευλογημένου», κατά τον Πρόεδρο, πραξικοπήματος,οι ελευθερίες στη χώρα έχουν περιοριστεί τόσο και η παρεμβατικότητα είναι τόση, ώστε με δυσκολία να μιλάμε για μια «προβληματική δημοκρατία» εντός εισαγωγικών. Με αυτή την απαραίτητη συνθήκη στο πλαίσιο ανάλυσης, συζητάμε για έναν πολιτικό ο οποίος μπαίνει στην τρίτη δεκαετία διακυβέρνησης της Τουρκίας με μία «ενός ανδρός αρχή». Προφανώς και κατά τα προηγούμενα είκοσι χρόνια ούτε οι πολιτικές ούτε η ιδεολογία που τις διέπνεε ήταν σταθερές, πολλές φορές μάλιστα υπήρξαν αλλαγές πλεύσης –έως και αντιστροφές πορείας– για τον Τούρκο Πρόεδρο. Αυτές οι μεταβολές δικαιολογούνται εν μέρει από το μακρόχρονο της διακυβέρνησης, αλλά και από την έλλειψη θεσμικού πολιτικού ελέγχου που η εξουσία Ερντογάν εν πολλοίς εδώ και χρόνια απολάμβανε (και απολαμβάνει). Ιδιαίτερα από το 2016 και μετά, οι παλινωδίες του Προέδρου ήταν τόσες, ώστε να του αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του «τακτικιστή». Ως εκ τούτου, από πουθενά δεν προκύπτει ότι «τίποτε δεν θα αλλάξει» στην Τουρκία και στις πολιτικές που θα ακολουθήσει η χώρα απλώς και μόνο επειδή το ΑΚΡ και ο επικεφαλής τους επανεξελέγησαν – τουναντίον. 

Τα οικονομικά προβλήματα της χώρας, η ρευστή διεθνής συγκυρία και η μέχρι τώρα πολιτική διαδρομή του Προέδρου Ερντογάν μάλλον επιτάσσουν μια νέα περίοδο «ερντογανισμού» με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Η ριζική αλλαγή στη σύνθεση της νέας κυβέρνησης έδειξε μια τέτοια διάθεση ανανέωσης, στην οποία ως μόνη σταθερά προκρίνεται ο ίδιος. Στην οικονομία η υποχώρηση της λίρας με το που ανακοινώθηκε η επανεκλογή του προειδοποιεί για μια προσέγγιση στα οικονομικά που θα διαφέρει από τα «erdoganomics»,την οικονομική πολιτική που είχε υιοθετήσει ο ίδιος (με την εμμονή στα επιτόκια κ.λπ.) και είχε λοιδορηθεί από πολλούς δυτικούς αναλυτές στο πρόσφατο παρελθόν. Στο εξωτερικό ο δυνητικός ρόλος της Τουρκίας ως περιφερειακού παράγοντα που έχει ωστόσο και τη δυνατότητα και την πρόθεση να λειτουργήσει αυτόνομα προκρίνεται από τον Πρόεδρο Ερντογάν σε κάθε ευκαιρία. Η δήλωση-πρωτοβουλία του μετά την έκρηξη στο φράγμα Νόβα Καχόβκα, στην οποία τόνισε πως «η Άγκυρα είναι έτοιμη να παράσχει κάθε απαραίτητη υποστήριξη για τον τερματισμό των συγκρούσεων», υπογραμμίζει αυτή του την πρόθεση. 

Την άλλη όψη αυτού του νομίσματος βλέπουμε, όπως και οι συμπολίτες του, στο εσωτερικό της χώρας, όπου ένας 16χρονος μαθητής συνελήφθη και φυλακίστηκε επειδή ζωγράφισε χιτλερικό μουστάκι σε αφίσα του Ερντογάν, ενώ η Ένωση Συντακτών της Τουρκίας κατήγγειλε την Τετάρτη 7/6 τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τη ρυθμιστική αρχή της χώρας σε τέσσερα αντιπολιτευόμενα τηλεοπτικά δίκτυα εξαιτίας σχολίων που έκαναν κάποιοι από τους προσκεκλημένους τους την περίοδο των εκλογών. Η Ένωση μίλησε για «ανελέητη τιμωρία του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης», ο δε ΕρόλΕντέρογλου, αντιπρόσωπος της ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» (ReporterssansFrontières, RSF) στη χώρα, σημείωσε ότι ΜΜΕ προσκείμενα στην αντιπολίτευση υφίστανται «συχνά» πρόστιμα εντελώς «δυσανάλογα με τα έσοδά τους», ενώ η ίδια ΜΚΟ υπογράμμισε ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας ο πρόεδρος Ερντογάναπολάμβανε για ορισμένο χρονικό διάστημα την εξηκονταπλάσιαπροβολή από τους υποψήφιους της αντιπολίτευσης από το σύνολο των τουρκικών τηλεοπτικών δικτύων.

Η μόνη σταθερά του «ερντογανισμού» λοιπόν φαίνεται πως είναι –και θα παραμείνει– ο ασφυκτικός έλεγχος ΜΜΕ και κρατικών θεσμών, μέσω των οποίων το καθεστώς βρίσκεται στην προνομιακή θέση του(σχεδόν) αποκλειστικού συνομιλητή με την τουρκική κοινωνία. Όσο αυτή η συνθήκη δεν αλλάζει, τις πολιτικές επιλογές του νυν –και αεί, κατά τα φαινόμενα– Προέδρου θα ρυθμίζουν εν πολλοίς η πολιτική συγκυρία και το προσωπικό του κριτήριο, καθιστώντας τον και απρόβλεπτο και δυνητικά επιζήμιο, πρωτίστως για τη χώρα του και μετά και για τους υπόλοιπους.

Έλενα Μπουλετή, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο 

Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 13ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ


 

Διαβαστε επισης