Τράπεζες

Η επικίνδυνη σχέση τραπεζών - κράτους: Τι φοβάται η Τρ. Ελλάδος


Μεγαλύτερο ακόμη και από 2010 το άνοιγμα των τραπεζών προς το Δημόσιο, έχει ξεπεράσει το 36% του ΑΕΠ

Την ανησυχία της για τον σφικτό εναγκαλισμό τραπεζών και κράτους εκφράζει η Τράπεζα της Ελλάδος, διαπιστώνοντας ότι οι τράπεζες αύξησαν πάνω από το 10% του ενεργητικού τους τις τοποθετήσεις σε κρατικά ομόλογα το 2020, ενώ συνολικά το άνοιγμά τους στο Δημόσιο (ομόλογα, αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, τραπεζικές μετοχές που κατέχει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εγγυήσεις από το σχέδιο «Ηρακλής» για τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων) έχει ξεπεράσει το ένα τρίτο του ΑΕΠ (36,5%).

Η σχέση κράτους - τραπεζών, που ήταν κατά παράδοση πολύ στενή στην Ελλάδα, με τις τράπεζες να χρηματοδοτούν τα κρατικά ελλείμματα εξασφαλίζοντας υψηλές αποδόσεις, αποδείχθηκε άκρως επικίνδυνη προ δεκαετίας, όταν το «κούρεμα» του δημοσίου χρέους (PSI) προκάλεσε στις τράπεζες τεράστιες ζημιές, οι οποίες εξανέμισαν όλα τα κεφάλαιά τους και οδήγησαν στην περιπέτεια των τριών διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων με κεφάλαια που δανείσθηκε το Δημόσιο μέσω των μνημονίων.

Το ανησυχητικό στοιχεία που επισημαίνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα είναι ότι η διασύνδεση κράτους - τραπεζών έχει γίνει, την τελευταία διετία, στενότερη ακόμη και από το 2010. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 2010, τα ανοίγματα των τραπεζών στο κράτος έφθαναν το 26,3% του ΑΕΠ, το 2017 είχαν υποχωρήσει στο 18,4%, ενώ το 2019 εκτινάχθηκαν στο 32,5% και το 2020 αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο, στο 36,5%.

Σε ειδική μελέτη που δημοσιεύει η ΤτΕ τονίζεται ότι ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην αυξημένη διασύνδεση κράτους - τραπεζών την τελευταία διετία ήταν το γεγονός ότι οι τράπεζες διέθεταν πλούσια ρευστότητα, την οποία προτίμησαν να τοποθετούν σε τίτλους του Δημοσίου, παρά να αναλαμβάνουν τον κίνδυνο της χορήγησης νέων δανείων.

«Η αύξηση των καταθέσεων των τραπεζών τη συγκεκριμένη περίοδο σε συνδυασμό με τη διατήρηση σε μεγάλο βαθμό της ρευστότητας από το Ευρωσύστημα δεν κατευθύνθηκαν στην πραγματική οικονομία λόγω της επιλογής των τραπεζών να μην αναλάβουν νέους κινδύνους, θέτοντας ως προτεραιότητα την εξυγίανση των ισολογισμών τους με τη δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αλλά και από την έλλειψη ζήτησης χορήγησης νέων πιστώσεων από αξιόχρεους δανειολήπτες», τονίζεται στη μελέτη.

«Με τη χορήγηση ρευστότητας από το Ευρωσύστημα με ευνοϊκό επιτόκιο, οι τράπεζες βελτιώνουν δραστικά το κόστος χρηματοδότησης, αυξάνοντας τα έσοδά τους, ενώ παράλληλα πραγματοποιούν κέρδη από αγορές ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Τμήμα των εν λόγω κερδών χρησιμοποιείται για την απορρόφηση των ζημιών που προκύπτουν κατά τη διαδικασία τιτλοποίησης των δανειακών χαρτοφυλακίων στα οποία εμπεριέχονται ΜΕΔ. Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι η έκθεση των τραπεζών στα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου εξαιρείται από τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων, γεγονός που απελευθερώνει κεφάλαια για τις τράπεζες που μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για την αύξηση της κερδοφορίας τους», σημειώνουν οι ερευνητές.

Στην παρούσα φάση και για αρκετό καιρό στο μέλλον δεν φαίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος να υποστούν οι τράπεζες κάποιο σοκ, όπως αυτό του PSI, από τη σχέση τους με το Δημόσιο. Το δημόσιο χρέος σήμερα θεωρείται βιώσιμο, τουλάχιστον ως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Όμως, οι μεγάλες τοποθετήσεις σε ομόλογα του Δημοσίου δεν παύουν να εκθέτουν τις τράπεζες στον κίνδυνο να υποστούν ζημιές στο μέλλον, εάν βρεθούν σε καθοδική πορεία οι τιμές των ομολόγων. Σε κινδύνους εκτίθεται και το Δημόσιο, εάν, για παράδειγμα, χρειασθεί να εισφέρει κεφάλαια στις τράπεζες μέσω του αναβαλλόμενου φόρου, ή αν καταπέσουν εγγυήσεις από το σχέδιο «Ηρακλής».

Η ΤτΕ σημειώνει ότι «χρήζει προσοχής το ζήτημα της υψηλής και συνεχώς αυξανόμενης διασύνδεσης του τραπεζικού συστήματος με την κεντρική κυβέρνηση». Όπως αναφέρει,

  • Τον Ιούνιο του 2018 η διασύνδεση ανερχόταν σε 13,8% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 18,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ με στοιχεία τέλους έτους 2020 έχει πλέον διαμορφωθεί σε 21,4% ως ποσοστό του συνολικού ενεργητικού και 36,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ.
  • Με δεδομένα τα ποσοστά διακράτησης τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου από τις τράπεζες και τις αποτιμήσεις των ομολόγων που παραμένουν υψηλές, μια απότομη προσαρμογή στις τιμές τους λόγω μιας μη αναμενόμενης επιδείνωσης των μακροοικονομικών δεδομένων και σύσφιξης στις συνθήκες χρηματοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της μεταβλητότητας και μείωση της ρευστότητας της αγοράς.
  • Συνολικά, τα ανοίγματα των ελληνικών σημαντικών τραπεζών σε χρεωστικούς τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα και, κατά συνέπεια, ο κίνδυνος από τις μεταβολές στην αποτίμηση των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου θα παραμείνει.
  • Ομοίως, η διασύνδεση των σημαντικών τραπεζών με την κεντρική κυβέρνηση μέσω της ύπαρξης της οριστικής και εκκαθαρισμένης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), η οποία με στοιχεία τέλους 2020 ανέρχεται σε 53% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, αναμένεται επίσης να αυξηθεί εάν δεν ληφθούν μέτρα.
  • Ο λόγος είναι ότι κατά την υλοποίηση των τιτλοποιήσεων με σκοπό την ελάφρυνση των ισολογισμών από τα ΜΕΔ χρησιμοποιούνται κεφάλαια για την κάλυψη των ζημιών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται συνολικά το ποσοστό της φορολογικής απαίτησης ως ποσοστό των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.