Οικονομία

Η ΕΚΤ θα μοιράσει χρήμα, εμείς δεν θα πάρουμε!


Νέο πρόγραμμα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης στις ευρωπαϊκές τράπεζες με πολύ χαμηλό κόστος εξετάζει να ενεργοποιήσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά οι ελληνικές τράπεζες δεν θα μπορέσουν να επωφεληθούν, αφού μετά την έξοδο από το πρόγραμμα έχουν χάσει την πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΚΤ.

Το γερμανικό πρακτορείο οικονομικών ειδήσεων MNI μετέδωσε χθες την πληροφορία για τις συζητήσεις περί νέου προγράμματος TLTRO (Targeted Long Term Refinancing Operations) και προκάλεσε αίσθηση στην αγορά συναλλάγματος, φέρνοντας την ισοτιμία του ευρώ 0,70% χαμηλότερα (από το 1,1410 στο 1,1374).

Από την Αθήνα, ο κεντρικός τραπεζίτης της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να χορηγηθεί εκ νέου μακροπρόθεσμη ρευστότητα στις τράπεζες της ευρωζώνης, παρότι η ΕΚΤ θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή οικονομία ανακάμπτει και σταματά από τα τέλη του έτους το πρόγραμμα αγοράς κρατικών και ιδιωτικών ομολόγων (ποσοτική χαλάρωση).

«Αν χρειασθεί, θα εξετάσουμε όλα τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας», τόνισε χαρακτηριστικά ο Ρεν.

Οι κεντρικοί τραπεζίτες της Φρανκφούρτης φαίνεται ότι είναι διχασμένοι, πάντως, γι’ αυτό το θέμα. Όπως μεταδίδει το Reuters, πηγές της ΕΚΤ σχολίαζαν ότι δεν θα πρέπει να αναμένεται κάποια απόφαση στο άμεσο μέλλον, δηλαδή ως το τέλος του χρόνου.

Σύμφωνα με το “Bloomberg”, οι τράπεζες της ευρωζώνης βρίσκονται μπροστά σε ένα χρηματοδοτικό «γκρεμό»: χρωστούν στην ΕΚΤ δάνεια από τα δύο προγράμματα TLTRO, που ενεργοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 2014, συνολικού ύψους 722 δισ. ευρώ και από το καλοκαίρι του 2020 θα πρέπει να αρχίσουν να τα αποπληρώνουν.

Παρότι φαίνεται ότι οι τράπεζες έχουν αρκετό χρόνο μπροστά τους για να εξοφλήσουν τα δάνεια, στην πραγματικότητα, με βάση του νέους κανόνες για τον υπολογισμό της ρευστότητας (NSFR - Net Stable Funding Ratio), οι «τρύπες» στη ρευστότητα θα αρχίσουν να ανοίγουν από τον Ιούλιο του 2019, καθώς από τους υπολογισμούς εξαιρούνται τα δάνεια που λήγουν σε λιγότερο από 12 μήνες.

Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες θα πρέπει να αρχίσουν να συλλέγουν ρευστότητα από τον επόμενο χρόνο, σε συνθήκες που δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι καλές στις αγορές και ενώ θα έχει λήξει η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και θα υπάρχει στην ορίζοντα η προοπτική αύξησης των ευρωπαϊκών επιτοκίων (η ΕΚΤ έχει δεσμευθεί για διατήρηση των μηδενικών επιτοκίων ως το τέλος του α’ εξαμήνου 2019).

Όπως σημειώνει το “Bloomberg”, η Deutsche Bank εκτιμά ότι το σοβαρότερο πρόβλημα θα αντιμετωπίσουν οι ιταλικές τράπεζες, που έχουν «σηκώσει» την περισσότερη ρευστότητα από τα προηγούμενα προγράμματα TLTRO, περίπου το ένα τρίτο.

«Με τη μεγάλη έκθεση που έχουν στο TLTRO και την αύξηση του κόστους χρηματοδότησής τους, που σχετίζεται με  τη διεύρυνση του spread στα κρατικά ομόλογα, οι ιταλικές τράπεζες είναι οι περισσότερο εκτεθειμένες στους κινδύνους της στρατηγικής εξόδου (σ.σ.: από τη χρηματοδότηση μέσω TLTRO). Η απομόχλευση (σ.σ.: μείωση του δανειακού χαρτοφυλακίου) φαίνεται ότι είναι η προφανής απάντηση σε αυτή τη διαρκή χρηματοδοτική πίεση», αναφέρεται σε έκθεση της D.B.

Θεωρητικά, η ΕΚΤ χαράσσει και εφαρμόζει νομισματική πολιτική για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Όμως, ακόμη και αν η έξοδος από το TLTRO δημιουργεί μόνο στην Ιταλία ένα σοβαρό πρόβλημα μείωσης της ρευστότητας στην οικονομία, οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν εύκολα να αγνοήσουν αυτό το πρόβλημα. Η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης και τα σοβαρά οικονομικά και δημοσιονομικά της προβλήματα δημιουργούν αμφισβήτηση ακόμη και για το αν μπορεί να παραμείνει στην ευρωζώνη.

Οι νέοι όροι

Σύμφωνα με το “Bloomberg”, αν η ΕΚΤ θελήσει να ενεργοποιήσει ένα πρόγραμμα TLTRO, αυτή την φορά δεν θα έχει τόσο γενναιόδωρους όρους όσο στο παρελθόν, ώστε να μη δοθεί το σήμα στις αγορές ότι η κεντρική τράπεζα αμφισβητεί τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας και επιστρέφει σε ανορθόδοξα μέτρα χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.

Το δεύτερο πρόγραμμα TLTRO, που ενεργοποιήθηκε το 2016, όχι μόνο έδινε ρευστότητα έως και για τέσσερα χρόνια, αλλά οι τράπεζες μπορούσαν να πληρώνονται από την ΕΚΤ, αντί να πληρώνουν τόκους στην κεντρική τράπεζα. Εφόσον οι τράπεζες κατόρθωναν να επιτύχουν στόχους αύξησης των δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, το επιτόκιο του TLTRO εξισωνόταν με το επιτόκιο καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες στην ΕΚΤ, το οποίο είναι αρνητικό, στο -0,40%.

Αυτή την φορά, οι διάρκειες των δανείων θα είναι μικρότερες, πιθανόν έως δύο χρόνια, και δεν θα περιλαμβάνεται στους όρους ένα αρνητικό επιτόκιο χρηματοδότησης, αλλά και πάλι το κόστος θα είναι ίσο με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, που θα μείνει χαμηλό για αρκετό καιρό ακόμη.
 

Μένουμε εκτός νυμφώνος…

Οι ελληνικές τράπεζες, δυστυχώς, δεν θα έχουν πρόσβαση στο νέο TLTRO, εάν τελικά ενεργοποιηθεί. Μετά την «καθαρή» έξοδο από το πρόγραμμα, ως γνωστόν, οι τράπεζες έχουν χάσει την πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΚΤ και μπορούν να δανείζονται μόνο από την Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του μηχανισμού έκτακτης χορήγησης ρευστότητας, του γνωστού ELA.

Η επιστροφή τους στην κανονικότητα της χρηματοδότησης από την ΕΚΤ θα αργήσει, αφού συνδέεται με την επιστροφή των ελληνικών κρατικών τίτλων στην επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης, κάτι που δεν αναμένεται πριν από το 2020.

Έτσι, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται μπροστά στο δικό του… χρηματοδοτικό γκρεμό, αφού οι ελληνικές τράπεζες έχουν αντλήσει πάνω από 11 δισ. ευρώ από τα προηγούμενα TLTRO. Αφού δεν θα έχουν δικαίωμα να αντλήσουν ρευστότητα από το επόμενο TLTRO, θα πρέπει να αρχίσουν μέσα στο 2019 να συλλέγουν ρευστότητα, για να επιστρέψουν τα δανεικά στην ΕΚΤ.

Σημειώνεται ότι τη μεγαλύτερη ρευστότητα από το πρόγραμμα, ύψους 4 δισ. ευρώ, έχει αντλήσει η Τράπεζα Πειραιώς. Ακολουθεί η Alpha, με 3,1 δισ. ευρώ, η οποία πέτυχε τους στόχους για χορήγηση νέων δανείων και πήρε «αμοιβή» 0,4% από την ΕΚΤ. Το άνοιγμα της Εθνικής φθάνει τα 2,8 δισ. ευρώ και της Eurobank τα 1,3 δισ. ευρώ.

Διαβαστε επισης