Με Άποψη

Η «Διαδικασία του Βερολίνου» και η ανάγκη για συλλογικές ευρω-αποφάσεις


Η έλλειψη συναντίληψης και η απουσία διαδικασιών συναπόφασης με στόχο την εξεύρεση αμοιβαία επωφελών λύσεων ήταν και παραμένουν βασικοί παράγοντες της κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησαν σε μια ένωση κρατών πολλαπλών ταχυτήτων με πολλαπλά χάσματα (π.χ. μεταξύ Βορρά και Νότου). Η περίπτωση των Βαλκανίων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα λήψης αποφάσεων σε περιφερειακό επίπεδο δίχως να καλούνται να αποφασίσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι για ζητήματα που αφορούν το πολιτικό και οικονομικό μέλος της χώρας τους.

Για πολλά χρόνια το μεγάλο ζητούμενο στην περιοχή των Δ. Βαλκανίων ήταν ο παραμερισμός των διμερών διαφορών και αντιθέσεων και η αναζήτηση κοινών λύσεων σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος στο πλαίσιο ενός πολυμερούς διαλόγου. Τον Δεκέμβριο του 2013, με πρωτοβουλία του αρμόδιου για τη διεύρυνση της ΕΕ Επιτρόπου Στ. Φούλε, πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες η πρώτη Σύνοδος Υψηλού Επιπέδου των Διεθνών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων για τα Δυτικά Βαλκάνια. Τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους ο Πρόεδρος της EBRD Σούμα Τσακραμπάρτι, σε μια προσπάθεια να γεφυρώσει το κενό διαλόγου (το οποίο λειτουργούσε, μεταξύ άλλων, και σε βάρος των επενδυτικών δραστηριοτήτων τόσο της EBRD όσο και όλων των δραστηριοποιούμενων στην περιοχή τραπεζών), οργάνωσε στο Λονδίνο μια περιφερειακή Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου για τα Δ. Βαλκάνια. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που όλοι οι αρχηγοί κρατών της περιοχής κάθισαν γύρω από το ίδιο τραπέζι.

Η πρωτοβουλία του Τσακραμπάρτι είχε ιδιαίτερη απήχηση. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς καθιερώθηκε, με πρωτοβουλία της Καγκελαρίου Α. Μέρκελ, μια νέα μορφή συνεργασίας και διαλόγου, η  λεγόμενη Διαδικασία του Βερολίνου, σε επίπεδο Πρωθυπουργών.  Πρόκειται για μια πρωτοβουλία διακυβερνητικής συνεργασίας που αποβλέπει στην αναζωογόνηση των πολυμερών δεσμών μεταξύ των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ. Στόχος ήταν να διατηρηθεί η δυναμική της διαδικασίας διεύρυνσης της ΕΕ, σε πείσμα του αυξημένου ευρωσκεπτικισμού και της πενταετούς διακοπής της, την οποία είχε ανακοινώσει με την ανάληψη των καθηκόντων του ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ.

Στην εν λόγω διαδικασία συμμετέχουν, εκτός των έξι χωρών των Δ. Βαλκανίων, η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία, η Ιταλία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και –ως άμεσα ενδιαφερόμενες– η Αυστρία, η Κροατία και η Σλοβενία. Αντικείμενο των συζητήσεων είναι η κοινωνικο-οικονομική πορεία των χωρών της περιοχής, η χρηματοδότηση δικτύων διασυνδεσιμότητας με την ΕΕ και η προώθηση δομών ανάπτυξης και συνεργασίας. Η πρώτη ετήσια Διάσκεψη Κορυφής έγινε στο Βερολίνο και ακολούθησαν η Βιέννη, το Παρίσι και η Τεργέστη. Η προσεχής Διάσκεψη θα διεξαχθεί στις 10 Ιουλίου στο Λονδίνο και θεωρείται έκφραση της βούλησης του Ηνωμένου Βασιλείου να διατηρήσει τη δέσμευσή του στα Δ. Βαλκάνια ακόμη και μετά το Brexit. 

Η Διαδικασία του Βερολίνου συνέβαλε και εξακολουθεί να συμβάλλει στη βελτίωση της περιφερειακής συνεργασίας στα Δ. Βαλκάνια σε ζητήματα υποδομών και οικονομικής ανάπτυξης, ενώ παράλληλα έφερε και πάλι τους πολιτικούς ηγέτες των κρατών της περιοχής στο ίδιο τραπέζι δημιουργώντας το αναγκαίο κλίμα και τις προϋποθέσεις για συναντίληψη των προβλημάτων και αναζήτηση αμοιβαία επωφελών λύσεων. 

Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αυτή διαδραμάτισαν οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί της ΕΕ (κυρίως το Επενδυτικό Πλαίσιο των Δυτικών Βαλκανίων), καθώς τα οικονομικά προβλήματα των χωρών της περιοχής σηματοδοτούσαν την ανάγκη για συνεργασία και συνεννόηση όχι μόνο για απορρόφηση κοινοτικών κονδυλίων αλλά και για τη χρηματοδότηση έργων βασικών υποδομών σε τομείς σχετικούς με τη στρατηγική της διασυνδεσιμότητας, που αφορά δρόμους, λιμάνια, σιδηροδρομικές συνδέσεις, ενεργειακούς αγωγούς και τηλεπικοινωνίες. 

Μέχρι στιγμής ωστόσο στις συζητήσεις στο πλαίσιο της Διαδικασίας του Βερολίνου δεν συμμετέχουν σημαντικές χώρες της Βαλκανικής Χερσονήσου όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Η πολιτική διασυνδεσιμότητας των Δ. Βαλκανίων όμως δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο απαιτούμενο εύρος της χωρίς διασύνδεση με τις όμορες χώρες. Πρόκειται για μια σημαντική έλλειψη, συγχρόνως όμως και για μια πρόκληση για την επενδυτική συνεργασία και αλληλοκατανόηση στην περιοχή στο μέλλον. 

Ταυτόχρονα, ειδικότερα όσον αφορά την Ελλάδα, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στη μεταμνημονιακή εποχή περνάει και μέσα από την ένταξη της χώρας σε ένα ευνοϊκό οικονομικό και επενδυτικό περιβάλλον σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτό το περιβάλλον προόδου και συνανάπτυξης στα Βαλκάνια μπορεί να επιτευχθεί μόνο με συνεργασία και διάλογο. Η χώρα μας καλείται, ως εκ τούτου, να επιδιώξει να προσκληθεί και να συμμετάσχει, ως άμεσα ενδιαφερόμενη, στη Διαδικασία του Βερολίνου. Με τη συμμετοχή της, η Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα να καταστήσει σαφές στη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας βιώσιμης λύσης για την πρόοδο των Βαλκανίων, προωθώντας το διάλογο και ενισχύοντας τη συνανάπτυξη και τη συνεργασία, καθώς και να αναδειχθεί σε παράγοντα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή.

* Το ΕΝΑ http://www.enainstitute.org/ είναι ένα ανεξάρτητο, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ερευνητικό κέντρο. Αποτελεί ένα βήμα ελεύθερου διαλόγου και ένα χώρο δημιουργίας και διάδοσης εναλλακτικών ιδεών με τελικό στόχο το μετασχηματισμό τους σε εφαρμόσιμες θεωρίες και πολιτικές τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.