Αγορές

Η αδυναμία της Άγκυρας να συγκρατήσει τη λίρα ενδέχεται να επηρεάσει Γερμανία και ΕΕ


Η τουρκική Κεντρική Τράπεζα έχει χάσει τον έλεγχο της νομισματικής ισοτιμίας της λίρας; Πέρα από τον ‘εξωραϊσμό’ των αποθεμάτων της μέσω των swaps, η Άγκυρα διαθέτει ένα νομισματικό μαξιλάρι ικανό να υπερασπισθεί το εθνικό της νόμισμα; Τα ερωτήματα τούτα ταλανίζουν από πολλών μηνών τους διάφορους επενδυτές και οι δημοτικές εκλογές του Απριλίου δεν πέτυχαν τίποτε άλλο παρά να μεγαλώσουν ακόμη περισσότερο την ανησυχία πως η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Τον χορό των εκπεφρασμένων αμφιβολιών για την ευρωστία του τουρκικού νομίσματος άνοιξε στις 8 Απριλίου η αναλύτρια της ABN-Amro Νόρα Νόιτεμπουμ, η οποία δήλωσε πως «δεδομένου της ήδη χαμηλής στάθμης των αποθεμάτων, η Τουρκία δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να χρησιμοποιεί νομισματικά μαξιλάρια για να προστατεύσει το νόμισμά της. Οι επενδυτές έχουν συναίσθηση του γεγονότος αυτού και το παραμικρό συμβάν, για παράδειγμα μία νέα ένταση με τις ΗΠΑ, θα μπορούσε να πυροδοτήσει εύκολα νέες μαζικές πωλήσεις (sell-off) της λίρας». Πράγμα που έγινε ορατό στις αρχές της εβδομάδας, με τη νέα υποχώρηση της λίρας έναντι του δολαρίου, παρά τα 500 εκατ. δολάρια από τα αποθέματά της, που έσπευσε να ρίξει στην αγορά η Τουρκική Κεντρική Τράπεζα—και τα οποία εξανεμίσθηκαν σχεδόν αμέσως την ίδια ημέρα.

Σήμερα, μη λαμβάνοντας υπ’όψη τα swaps και απαριθμώντας μόνο τα καθαρά ποσά, η στάθμη των τουρκικών αποθεμάτων δεν ξεπερνά τα 15 δισ. δολάρια, μπροστά σε ένα εξωτερικό χρέος που φθάνει τα 120 δισ. δολάρια.

Αλλά και στη συνέχεια, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Όχι απλώς η λίρα έχασε το 4% της αξίας της κατά τις πέντε τελευταίες συνεδριάσεις του Χρηματιστηρίου, αλλά η ισοτιμία με το δολάριο υποχώρησε ακόμη και το swap έφθασε στις 490 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2018. Σήμερα, η πιθανότητα για μία τουρκική χρεωκοπία εκτιμάται πως φθάνει το 28%, ενώ θα πρέπει να συνυπολογήσουμε πως το δεκαετές ομόλογο της Τουρκίας φθάνει σήμερα στο 20% της απόδοσής του, δηλαδή μία αξία που είναι απίθανο να εξυπηρετηθεί.

Η προσπάθεια της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας ήταν να αυξήσει το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες της χώρας κατά 150 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο 25,5%, αλλά διατηρώντας σταθερό στο 24% το επίσημο επίπεδο αναφοράς. Η κίνηση αυτή είχε σε άμεσο χρόνο το ευκταίο αποτέλεσμα, καθώς το τουρκικό νόμισμα μείωσε λίγο τις απώλειες εν σχέσει προς το δολάριο. Όμως το φαινόμενο placebo αυτό διήρκεσε μόλις δύο ώρες, μετά την πάροδο των οποίων η αγορά ξανάρχισε τις πιέσεις στην ισοτιμία με το δολάριο, επιβεβαιώνοντας την ολλανδή αναλύτρια.

Την ικανότητα και την αντοχή της τουρκικής οικονομίας να ανταπεξέλθει στις νομισματικές πιέσεις έχουν αμφισβητήσει πολλοί ξένοι αναλυτές. Οι Financial Times έχουν διατυπώσει πως «ο βασιλιάς των νομισματικών αποθεμάτων της Τουρκίας είναι γυμνός», ενώ και η Rabobank και η Goldman Sachs εξέφρασαν αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα μέτρων, όπως πρόσφατα η «αναστολή για μία εβδομάδα της δημοπράτησης repos», που ανακοίνωσε η Άγκυρα.

«Το να μεταβάλεις με μεγάλη συχνότητα το περιθώριο χρηματοδότησης, αντί να ρυθμίζεις με αποτελεσματικό τρόπο την κύρια πολιτική των επιτοκίων, θα μπορούσε επιπλέον να υπονομεύσει τις βάσεις της αποτελεσματικότητας της νομισματικής σου πολιτικής», τονίζει η Goldman Sachs.

Αλλά η κατάσταση στην Τουρκία έχει μεγάλες επιπτώσεις πρωτίστως και στην πορεία της οικονομικής ανάπτυξης της Γερμανίας, δεδομένης της μεγάλης έκθεσης των επιχειρήσεών της και τις εμπορικές σχέσεις που διατηρεί το Βερολίνο με την Άγκυρα.

Συνεπώς, εάν κάποιος αποφασίσει να επιτεθεί οικονομικά στην Τουρκία, είτε για πολιτικούς λόγους, λόγω των θέσεων του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είτε για να επαναλάβει τα γεγονότα του «Οκτωβρίου 2018», αναγκάζοντας την αμερικανική Fed να παρέμβει στα επιτόκια, η Ευρωζώνη είναι πιθανό να δει την κύρια ατμομηχανή της ανάπτυξής της—που ήδη δείχνει σημάδια επιβράδυνσης—να κλυδωνίζεται από τις περιπέτειες της Τουρκίας, που αποτελεί τον κύριο εξαγωγικό προορισμό της.

Και δεδομένης του πρόσφατου διπλωματικού συμβάντος μεταξύ του Αμερικανού ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο και της καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ, τα ενδεχόμενα να υπάρξει μία τελική επίθεση κατά της τουρκικής οικονομίας είναι πιθανό να εκπληρωθούν. Με συνέπειες απρόβλεπτες και για την ΕΚΤ. Και όπως τόνιζε ο γνωστός αναλυτής Ρίτσαρντ Μπρέσλοου, «τα καναρίνια μέσα στα ορυχεία φαίνεται πως είναι για μία ακόμη φορά οι αναδυόμενες οικονομίες». Με την Τουρκία στην πρώτη θέση.

πηγή: ΑΠΕ

Διαβαστε επισης